Των Ελλήνων οι κοινότητες – Οι ανθρακωρύχοι του Βελγίου (1ος κύκλος)

by admin
1 views

Η ελληνική παρουσία στο Βέλγιο αποτυπώνεται κυρίως κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Έως τα μέσα της δεκαετίας του 1950 οι χίλιοι περίπου Έλληνες του Βελγίου ήταν στην πλειονότητά τους εγγράμματοι έμποροι ή γενικότερα ελεύθεροι επαγγελματίες.

Ωστόσο, την περίοδο 1953-1954 η εικόνα θα αλλάξει ποσοτικά και ποιοτικά. Οι Έλληνες μετανάστες του Βελγίου ανέρχονται πλέον σε 20.069 άτομα, συγκροτούν νέες κοινότητες και οι περισσότεροι θα εργαστούν, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, στα ανθρακωρυχεία. Οι περισσότεροι ήταν αγρότες, κυρίως από περιοχές της Μακεδονίας, με προσφυγική καταγωγή από τον Πόντο, τη Μικρά Ασία ή τα βάθη της Ανατολίας και προέρχονταν από φτωχές κοινότητες όπου ο αγώνας για την καθημερινή επιβίωση ήταν σκληρός και επίπονος.

Χωριά ξεκληρισμένα από τον Εμφύλιο, ρημαγμένα από τις πολεμικές συγκρούσεις που κράτησαν σχεδόν μία δεκαετία (1940-1949) δεν μπορούσαν να προσφέρουν σχεδόν τίποτα στον νέο πληθυσμό τους. Οι νέοι άλλοτε σκέφτονταν τη μετακίνηση προς τις μεγάλες πόλεις, ένα περιπλανώμενο εργατικό δυναμικό που θα αναζητήσει δουλειά στα εργοστάσια της μεταπολεμικής Ελλάδας και άλλοτε σκέφτονταν τα τρένα που θα τους έπαιρναν μακριά: στην Κεντρική Ευρώπη, το Βέλγιο, τη Γερμανία, την Ολλανδία.

ΟΡΥΧΕΙΟ ΣΤΗ ΛΙΕΓΗ

Οι νέοι που στρατολογήθηκαν από εκπροσώπους των βελγικών ανθρακωρυχείων δεν είχαν ούτε την ταυτότητα του «εργάτη», πολύ περισσότερο του «ανθρακωρύχου» και επίσης δεν διέθεταν ιδιαίτερες δεξιότητες. Οι περισσότεροι είχαν χαμηλή μόρφωση και ήταν ανειδίκευτοι. Ο βασικός στόχος τους, όπως διαγράφεται και από τις προφορικές μαρτυρίες, ήταν να συγκεντρώσουν ένα ικανό και αναγκαίο χρηματικό ποσό (διαφορετικό για τον καθέναν) και να επιστρέψουν το συντομότερο στην πατρίδα τους. Επίσης, την εργασία στο ανθρακωρυχείο την προσεγγίζουν ως «μεταβατική», ως το διαβατήριο να εργαστούν σε άλλον τομέα, περισσότερο ασφαλή.

ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΝΘΡΑΚΩΡΥΧΩΝ ΣΤΟ ΣΑΡΛΕΡΟΥΑ

Η συμφωνία του 1957 μεταξύ Ελλάδας και Βελγίου θα θέσει ένα επίσημο πλαίσιο στη ροή μεταναστών προς το Βέλγιο, η οποία σε κάθε περίπτωση παρατηρείται από τις αρχές του 1950. Ωστόσο, μόνο το 3% των Ελλήνων μεταναστών που θα επιλέξουν την ενδο-ευρωπαϊκή μετανάστευση θα κατευθυνθεί προς το Βέλγιο και από αυτούς το 30% θα επιστρέψει στην Ελλάδα πριν το 1965.

Μετά από ορισμένα χρόνια εργασίας στα ορυχεία, οι μετανάστες είχαν το δικαίωμα να αποκτήσουν άδεια εργασίας σε άλλους οικονομικούς τομείς. Στη δεκαετία του 1960 το σύνολο, σχεδόν, των Ελλήνων μεταπήδησε από τα ορυχεία προς τις βιομηχανίες και μετακινήθηκε από τις ανθρακοφόρες περιοχές προς τις Βρυξέλλες και άλλα αστικά κέντρα, όπου ένα μικρό ποσοστό κατάφερε να ανοίξει εστιατόριο ή καφενείο ή να αγοράσει ταξί. Η εργασία στις βιομηχανίες μπορεί να ήταν λιγότερο σκληρή και επικίνδυνη σε σύγκριση με τα ορυχεία, δεν έπαυε όμως να είναι εξουθενωτική. Με τη μετακίνηση αυτή προς τα αστικά κέντρα (που παρείχαν ευκαιρίες απασχόλησης και στις γυναίκες), πολλές Ελληνίδες άρχισαν να εργάζονται εκτός οικίας, με στόχο συνήθως είτε τη συντήρηση της οικογένειας είτε την επιτάχυνση της αποταμίευσης.

Στο 1ο επεισόδιο γίνεται ειδική αναφορά στον εργοδοτικό μεσάζοντα Κόκκινο, στα «κοντράτα» (συμφωνίες) που υπέγραφαν οι υποψήφιοι ανθρακωρύχοι με τις εταιρείες που εκμεταλλεύονταν τα ορυχεία και η πρώτη βιωμένη εμπειρία τους στα έγκατα της γης. Ακούγονται οι μαρτυρίες των ανθρακωρύχων Δημήτρη Κεσκεσιάδη, Αθανασίου Γαλλή, Γεωργίου Σαραφιανού, Κωνσταντίνου Καλόγηρου, Μανόλη Καφάτου. Επίσης, ακούγεται η μαρτυρία του αρχιμανδρίτη Παντελεήμονος Κοντογιάννη.

Το 2ο επεισόδιο του κύκλου για τους «Ανθρακωρύχους του Βελγίου» επικεντρώνεται στο δυστύχημα στην πόλη Μαρσινέλ, εκεί που λειτουργούσε ένα από τα πιο παλιά και συνάμα πιο ανθρακοφόρα ορυχεία του Βελγίου, από τις αρχές του 18ου αιώνα.

Στα ανθρακωρυχεία της ευρύτερης περιοχής (όπου βρισκόταν το απέραντο κοίτασμα Μπορινάζ) και της περιοχής της Λιέγης (όπου βρισκόταν το τεράστιο κοίτασμα του Λιμβούργου) κατευθύνθηκαν όλοι οι Έλληνες μετανάστες, που ήρθαν στο Βέλγιο για να εργαστούν ως ανθρακωρύχοι, από τις αρχές του 1950 και αργότερα. Μία δουλειά απάνθρωπα σκληρή, πνιγμένη στην καρβουνόσκονη, ανάμεσα σε τρυπάνια και φτυάρια, σε ράγες και βαγονέτα, μέσα σε γαλαρίες και σε στοές που έφθαναν μέχρι τα 500 και κάποιες φορές μέχρι και τα 1200 μέτρα κάτω από τη γη.

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΟΡΥΧΕΙΟΥ ΣΤΗ ΜΑΡΣΙΝΕΛ

Άνθρωποι που επέλεξαν τα τάρταρα της ξενιτιάς, από την αβάσταχτη φτώχια της πατρίδας τους, με μια λάμπα για ήλιο και ο ένας δίπλα από τον άλλο, τη μια στο δρόμο για τη φλέβα και την άλλη στο δρόμο για την επιφάνεια. Έλληνες με Έλληνες, αλλά και μαζί με Ιταλούς, με Πολωνούς και άλλους με γλώσσα διαφορετική αλλά με ίδια μοίρα.

Το ημερολόγιο δείχνει 8 Αυγούστου 1956, οκτώ παρά τέταρτο το πρωί. Στις στοές του ανθρακωρυχείου «Μπουά ντε Καζιέ» είχαν κατέβει για εργασία 274 άνδρες. Ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη η εξόρυξη (μέχρι και σε βάθος 1035 μέτρων), περίπου μισή ώρα μετά το ξεκίνημα της βάρδιας (08:15), ένα από τα βαγόνια που ανέβαζαν τα κομμάτια του άνθρακα, παρέκλινε και χτύπησε στα ηλεκτροφόρα καλώδια, υψηλής τάσης, του μηχανισμού ανέλκυσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κοπούν τα καλώδια και να προκληθεί σοβαρή μηχανική βλάβη-εμπλοκή, που διέκοψε τη λειτουργία του ανελκυστήρα και έτσι δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για διαφυγή.

ΟΡΥΧΕΙΟ ΣΤΟ ΣΑΡΛΕΡΟΥΑ

Από τη σύγκρουση του βαγονιού με τα ηλεκτροφόρα καλώδια, προκλήθηκε πυρκαγιά και η φωτιά προξένησε βλάβες σε εγκαταστάσεις ρεύματος και επικοινωνίας. Ταυτόχρονα πήρε φωτιά και η εγκατάσταση των αγωγών λίπανσης των μηχανισμών, με αποτέλεσμα οι καπνοί από το καμένο λάδι και οι υπόλοιποι καπνοί της πυρκαγιάς, να προκαλέσουν αέρια ασφυξίας στη στοά.

Στις 08:25 σήμανε συναγερμός και κλήθηκαν τα σωστικά συνεργεία. Στην επιχείρηση κατάσβεσης και διάσωσης που ακολούθησε, έσπευσαν αμέσως πολλοί ιταλικής καταγωγής διασώστες, για λόγους επικοινωνίας με τους εγκλωβισμένους, γιατί ήταν γνωστό ότι στη στοά που είχε αποκοπεί, εργάζονταν κυρίως Ιταλοί εργάτες-μετανάστες. Όμως, ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και 6 Έλληνες ανθρακωρύχοι.

Στο 3ο επεισόδιο του κύκλου, παρακολουθούμε την ιστορία μετανάστευσης της οικογένειας Δουλκερίδη, του Χαράλαμπου, της Κατερίνας και των δύο αγοριών τους. Ο Χαράλαμπος Δουλκερίδης, με καταγωγή από τον Πόντο, θα γεννηθεί και θα μεγαλώσει σε ένα χωριό του νομού Πέλλας. Η αβάσταχτη φτώχεια και η αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής την επόμενη μέρα, θα τον οδηγήσουν στην αναζήτηση μίας θέσης εργασίας μακριά από την Ελλάδα. Ο καλύτερος φίλος του θα φύγει για την Αυστραλία, εκείνος όμως δεν θα τα καταφέρει να πάει μαζί του.

ΑΝΘΡΑΚΩΡΥΧΟΣ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ

Ως μοναδική διέξοδος θα εμφανιστεί η εργασία στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου, μετά και την υπογραφή της διακρατικής σύμβασης του 1957. Ο Χαράλαμπος Δουλκερίδης θα ακολουθήσει χωρίς δεύτερη σκέψη τον δρόμο της ξενιτιάς. Εκεί, θα γνωρίσει και τη γυναίκα του Κατερίνα, με καταγωγή από τη Ρόδο. Οι δυο τους θα δουλέψουν πολύ σκληρά για περισσότερο από 30 χρόνια.

Αρχικά, ο Χαράλαμπος Δουλκερίδης θα εργαστεί ως «ανθρακωρύχος» αλλά θα σπάσει γρήγορα το «κοντράτο» και θα γίνει εργάτης σε εργοστάσιο. Στη συνέχεια, το ζεύγος Δουλκερίδη θα επιλέξει τον δρόμο της αυτο-απασχόλησης και θα δώσει έναν τιτάνιο αγώνα για να μεγαλώσει τα παιδιά του. Στο επεισόδιο αυτό μιλά και ο γιος της οικογένειας, Χρήστος Δουλκερίδης, που περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο τι σημαίνει να μεγαλώνεις ως «ξένος» σε μιαν άλλη πατρίδα, πώς διαχειρίζεσαι την ταυτότητα του «μετανάστη» αλλά και πώς επιτυγχάνεται η κοινωνική ενσωμάτωση. Ο Χρήστος Δουλκερίδης θυμάται τα παιδικά καλοκαίρια του στην Ελλάδα, μέσα από μία σχεδόν μυθική οδική περιπλάνηση στην Κεντρική Ευρώπη και, στη συνέχεια, μέσω της Βαλκανικής οδού.

Ο Χρήστος Δουλκερίδης έχει υπηρετήσει κατά το παρελθόν ως υπουργός σε κυβερνητικό σχήμα του Βελγίου και σήμερα είναι δήμαρχος του κεντρικού τομέα της πόλης των Βρυξελλών.

Τα παιδιά των ελλήνων μεταναστών φοιτούσαν σε βελγικά σχολεία και, παράλληλα, παρακολουθούσαν μαθήματα ελληνικών σε τμήματα μητρικής γλώσσας που δημιουργήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1960 από το ελληνικό κράτος, και τα οποία λειτουργούσαν σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης δύο φορές την εβδομάδα. Στις Βρυξέλλες λειτουργεί από το 1981 ένα αμιγές δημοτικό ελληνικό σχολείο, που συμπληρώθηκε με γυμνάσιο και λύκειο στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ενώ τα παιδιά των ελλήνων υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ζουν στην πόλη, έχουν τη δυνατότητα να φοιτούν στο ελληνικό τμήμα του Ευρωπαϊκού Σχολείου.

Η ΟΙΚΟΓΝΕΙΑ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΑΜΥΓΔΑΛΙΤΣΗ ΣΤΟΝ ΣΤΑΘΜΟ ΛΑΡΙΣΗΣ

Αρχικά, η υποδοχή των ελλήνων ανθρακωρύχων γινόταν από τα ισχυρά και μαζικά, στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, βελγικά συνδικάτα, τα οποία διεκδικούσαν την ισότιμη μεταχείριση των μεταναστών, προκειμένου να μην προτιμώνται από τους εργοδότες, και επεδίωκαν τη στρατολόγησή τους για να διατηρήσουν την ενότητα της εργατικής τάξης.

Λίγο μετά τη μαζική άφιξη ελλήνων εργατών στα ανθρακωρυχεία, οργανώθηκε ελληνικό τμήμα στο χριστιανικό συνδικάτο του Βελγίου, το οποίο ανέλαβε να παρέχει υπηρεσίες για τη λύση των πιεστικών προβλημάτων τους με τα ημερομίσθια, τις ασφάλειες και τα επιδόματα, να μεταφράζει δωρεάν τα απαραίτητα έγγραφα, να διοργανώνει μαθήματα γλώσσας και συνδικαλισμού και να εκδίδει ελληνόφωνη εφημερίδα. Κατά τη δεκαετία του 1960 οργανώθηκε ελληνικό τμήμα και στο σοσιαλιστικό συνδικάτο του Βελγίου, το οποίο ανέπτυξε παρόμοιες δραστηριότητες.

Τα ελληνικά τμήματα των βελγικών συνδικάτων υπήρξαν φορείς αλλαγών και χώροι ώσμωσης, λειτούργησαν ως μεσολαβητές ανάμεσα στη βελγική κοινωνία και τους μετανάστες, συμβάλλοντας δραστικά στη διαδικασία ενσωμάτωσής τους και παρέχοντάς τους έναν –έστω και περιορισμένο– χώρο κοινωνικής και πολιτικής συμμετοχής.

Η Ελληνική Κοινότητα Βρυξελλών, η πιο σημαντική από τις 10 κοινότητες του Βελγίου (Λιέγης, Σαρλερουά, Αμβέρσας κ.ά.), συσπείρωνε έως τη δεκαετία του 1960 εύπορους εμπόρους και ελεύθερους επαγγελματίες, τελώντας ουσιαστικά υπό την κηδεμονία της πρεσβείας. Στις αρχές, όμως, της δεκαετίας του 1960, η συντριπτική αριθμητική υπεροχή των νεοαφιχθέντων στις Βρυξέλλες πρώην ανθρακωρύχων, σε συνδυασμό με τη δράση της Αριστεράς, άλλαξαν τα δεδομένα: μέσα από συγκρούσεις η Κοινότητα πέρασε στα χέρια των αριστερών εργατών και από το 1962 έως το 1967 ανέπτυξε έντονη κοινωνική και πολιτιστική δραστηριότητα.

ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ | ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ

Έρευνα: Θωμάς Σίδερης

Μοιράσου το άρθρο:

Περισσότερα Εδω

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο