Το τροπάριο της Κασσιανής και η Μεγάλη Τρίτη του Οδυσσέα Ελύτη

by admin
1 views

Το εσπέρας της Μεγάλης Τρίτης ψάλλεται στις Εκκλησίες ο όρθρος της Μεγάλης Τετάρτης. Το τελευταίο τροπάριο στην ακολουθία είναι αυτό της Βυζαντινής υμνογράφου και μοναχής, Κασσιανής.

«Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα Γυνή,

την σην αισθομένη Θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν,

οδυρομένη μύρα σοι, προ του ενταφιασμού κομίζει.

Οίμοι! λέγουσα, ότι νυξ μοι, υπάρχει, οίστρος ακολασίας,

ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας.

Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων,

ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ

κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας,

ο κλίνας τους Ουρανούς, τη αφάτω σου κενώσει

καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας,

αποσμήξω τούτους δε πάλιν, τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις

ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν,

κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.

Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους,

τις εξιχνιάσει ψυχοσώστα Σωτήρ μου;

Μη με την σην δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το έλεος».

«Τη αγία και μεγάλη Τρίτη της των δέκα παρθένων παραβολής, της εκ του ιερού Ευαγγελίου, μνείαν ποιούμεθα».

Αυτό είναι το συναξάρι της δεύτερης ημέρας της Μεγάλης Εβδομάδος. Ο Νυμφίος της Εκκλησίας και σωτήρας της ανθρώπινης ύπαρξης, ο «ωραίος κάλλει παρά πάντας βροτούς», οδεύει προς το εκούσιο Πάθος, καλώντας κοντά τους πιστούς προκειμένου να τους κάνει κοινωνούς των σωτηριών παθημάτων του και του θριάμβου της ανάστασής του.

Η «Μεγάλη Τρίτη» του Νίκου Γκάτσου:

«Κάτω απ’ τα λάβαρα της Ρώμης

στην τέντα της Μαγδαληνής

εσύ πατέρας της συγγνώμης

κι εμείς παιδιά της ηδονής.

Βραχνή ακούστηκε η κραυγή

Στα καπηλιά της πολιτείας

Εσύ αμνίον για σφαγή

Κι εμείς κριοί της αμαρτίας.

Δεν σε πτόησαν οι Πιλάτοι

ουτ’ ο καιρός που ειν’ εγγύς

εσύ στων ουρανών τα πλάτη

κι εμείς παρείσακτοι της γης».

Η υμνογραφία της Μεγάλης Τρίτης από το ΔΗΜΠΕΘΕΣΕ ΣΕΡΡΩΝ:


Η «Μεγάλη Τρίτη» του Οδυσσέα Ελύτη:

«ΜΟΛΙΣ ΣΗΜΕΡΑ βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο.

Με πήραν κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο.

Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να: η μητέρα μου, μ’ ένα μεγάλο άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της κρεμασμένο στο στήθος.

Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα.

Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω γιατί λιποθύμησα».

Περισσότερα Εδω

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο