Τα μικροπλαστικά είναι παντού, είναι όμως επιβλαβή; (long read)

by admin
6 views

Τον περασμένο Οκτώβριο, ομάδα επιστημόνων στο Πανεπιστήμιο Τρίνιτι του Δουβλίνου στην Ιρλανδία, δημοσίευσε μια μελέτη-ορόσημο για την ανθρώπινη έκθεση στα μικροπλαστικά. Σύμφωνα με τους επιστήμονες τα μπιμπερό που περιέχουν πολυπροπυλένιο, συχνά απελευθερώνουν μικροσκοπικά κομμάτια πλαστικού (μικροπλαστικά) κατά την προετοιμασία του βρεφικού γάλατος. Η επιστημονική ομάδα μελέτησε την έκθεση σε μικροπλαστικά μωρών ηλικίας ενός έτους από 48 χώρες.

Οι ερευνητές ανησυχούν για τις πιθανές βλάβες των μικροπλαστικών εδώ και σχεδόν 20 χρόνια – αν και οι περισσότερες μελέτες έχουν επικεντρωθεί στους κινδύνους για τη θαλάσσια ζωή. Ο Ρίτσαρντ Τόμσον, θαλάσσιος οικολόγος στο Πανεπιστήμιο του Πλύμουθ του Ηνωμένου Βασιλείου, επινόησε τον όρο «μικροπλαστικά» το 2004 για να περιγράψει τα πλαστικά σωματίδια μικρότερα από 5 χιλιοστά, τα οποία είχε εντοπίσει η ομάδα του σε βρετανικές παραλίες.

Από τότε, οι επιστήμονες έχουν ανιχνεύσει μικροπλαστικά παντού: στα βάθη των ωκεανών, σε αρκτικό χιόνι και πάγο στην Ανταρκτική, σε οστρακοειδή, στο επιτραπέζιο αλάτι, στο πόσιμο νερό, στη μπύρα, στον αέρα. Αυτά τα μικροσκοπικά κομμάτια μπορεί να χρειαστούν δεκαετίες ή και παραπάνω για να αποσυντεθούν πλήρως.

Οι πρώτες έρευνες επικεντρώθηκαν σε μικροσφαιρίδια που βρέθηκαν σε προϊόντα προσωπικής φροντίδας και σε σφαιρίδια παρθένου πλαστικού που μπορούν να διαφύγουν προτού διαμορφωθούν σε αντικείμενα, καθώς και σε θραύσματα που διαβρώνονται αργά από πεταμένα μπουκάλια και άλλα απορρίμματα.

Όλα αυτά ξεπλένονται σε ποτάμια και ωκεανούς: το 2015, οι ωκεανογράφοι υπολόγισαν ότι υπήρχαν μεταξύ 15 τρισεκατομμύρια και 51 τρισεκατομμύρια μικροπλαστικά σωματίδια στις θάλασσες.

Σύμφωνα με έρευνα για την ποσότητα μικροπλαστικών στον αέρα, στο νερό, το αλάτι και τα θαλασσινά, τα παιδιά και οι ενήλικες μπορεί να καταπίνουν από δεκάδες έως πάνω από 100.000 μικροπλαστικά σωματίδια κάθε μέρα, ανέφερε σε άρθρο του ο Άλμπερτ Κόλμανς, περιβαλλοντικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Wageningen στην Ολλανδία.

Οι ρυθμιστικές αρχές κάνουν το πρώτο βήμα για την ποσοτικοποίηση του κινδύνου για την υγεία των ανθρώπων – μετρώντας την έκθεση στα μικροπλαστικά. Τον Ιούλιο, το Συμβούλιο Ελέγχου Υδάτινων Πόρων της Καλιφόρνια, θα είναι η πρώτη ρυθμιστική αρχή του κόσμου που θα ανακοινώσει μεθόδους για τον ποσοτικό προσδιορισμό των συγκεντρώσεων μικροπλαστικών στο πόσιμο νερό, με στόχο την παρακολούθηση του τα επόμενα τέσσερα χρόνια, καθώς και δημοσίευση των αποτελεσμάτων.

Η αξιολόγηση των επιπτώσεων των μικροσκοπικών σωματιδίων σε ανθρώπους ή ζώα είναι το άλλο μισό του παζλ. Περισσότερες από 100 εργαστηριακές μελέτες έχουν εκθέσει ζώα, κυρίως υδρόβιους οργανισμούς, σε μικροπλαστικά. Αλλά τα ευρήματά τους – ότι η έκθεση στα μικροπλαστικά μπορεί να οδηγήσει ορισμένους οργανισμούς να αναπαραχθούν λιγότερο αποτελεσματικά ή να υποστούν σωματική βλάβη – είναι δύσκολο να ερμηνευθούν επειδή πολλές από τις μελέτες χρησιμοποίησαν υλικά που ήταν αρκετά διαφορετικά από αυτά που βρίσκονται στο περιβάλλον.

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η κατάσταση θα χειροτερέψει. Κάθε χρόνο, παράγονται σχεδόν 400 εκατομμύρια τόνοι πλαστικών, ένας αριθμός που αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί έως το 2050. Ακόμα κι αν όλη η παραγωγή πλαστικών σταματήσει αύριο, τα υπάρχοντα πλαστικά στους χώρους υγειονομικής ταφής απορριμμάτων και το περιβάλλον, θα συνεχίσουν να αποσυντίθενται σε μικροσκοπικά σωματίδια που θα είναι αδύνατο να συλλεχθούν ή να καθαριστούν. Πρόκειται για μια «πλαστική ωρολογιακή βόμβα», σύμφωνα με τον Κόλμανς.

Πώς μπορούν να βλάψουν τον ανθρώπινο οργανισμό;

Τα πιο μικροσκοπικά σωματίδια, που ονομάζονται νανοπλαστικά και είναι μικρότερα από 1 μικρόμετρο, είναι αυτά που προβληματίζουν κυρίως τους ερευνητές. Μερικά μπορεί να είναι σε θέση να εισέλθουν στα κύτταρα και ενδεχομένως να διαταράξουν την κυτταρική δραστηριότητα.

Τα μεγαλύτερα μικροπλαστικά είναι πιο πιθανό να έχουν αρνητικές επιπτώσεις, εάν υπάρχουν, μέσω χημικής τοξικότητας. Οι κατασκευαστές προσθέτουν στα πλαστικά ενώσεις όπως πλαστικοποιητές, σταθεροποιητές και χρωστικές ουσίες, πολλές από τις οποίες είναι επικίνδυνες για τον ανθρώπινο οργανισμό, καθώς μπορούν να παρέμβουν στη φυσιολογική λειτουργία του ενδοκρινικού συστήματος. Ωστόσο το αν η κατάποση μικροπλαστικών αυξάνει σημαντικά την έκθεσή μας σε αυτές τις χημικές ουσίες εξαρτάται από το πόσο γρήγορα μετακινούνται και πόσο γρήγορα ταξιδεύουν στο σώμα μας – παράγοντες που οι ερευνητές αρχίζουν να μελετούν.

Οι επιστήμονες ανησυχούν  επίσης ότι τα μικροπλαστικά που βρίσκονται στο περιβάλλον μπορεί να προσελκύσουν τοξικές ουσίες τις οποίες στη συνέχεια να τις μεταδώσουν σε ζώα. Ωστόσο, τα ζώα καταναλώνουν ρύπους από τα τρόφιμα και το νερό ούτως ή άλλως, και είναι ακόμη πιθανό ότι τα μικροπλαστικά, εάν δεν είναι μολυσμένα κατά την κατάποση, θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην απομάκρυνση των τοξικών ουσιών από τα έντερα των ζώων.

Οι ερευνητές δεν μπορούν να συμφωνήσουν αν τα μικροπλαστικά που μεταφέρουν ρύπους είναι ένα σημαντικό πρόβλημα, λέει η Τζένιφερ Λιντς, θαλάσσια βιολόγος στο Εθνικό Ινστιτούτο Προτύπων και Τεχνολογίας των ΗΠΑ στο Μέριλαντ.

Η Λιντς, η οποία είναι επίσης επικεφαλής του Κέντρου Έρευνας για τα Θαλάσσια σκουπίδια στο Πανεπιστήμιο της Χαβάης, έκανε αυτοψία σε θαλάσσιες χελώνες που εντοπίστηκαν νεκρές σε παραλίες, εξετάζοντας τα έντερα και τους ιστούς τους. Το 2020, η ομάδα της ολοκλήρωσε ένα σύνολο εξετάσεων σε 9 χελωνάκια, κάτω των 3 εβδομάδων. Ένα από αυτά, που είχε μήκος μόλις 9 εκατοστά, είχε 42 κομμάτια πλαστικού στο γαστρεντερικό σωλήνα.

«Δεν πιστεύουμε ότι πέθανε κάποιο από αυτά από τα μικροπλαστικά», λέει η Λιντς. Ωστόσο η ερευνήτρια αναρωτιέται αν τα χελωνάκια μπόρεσαν να αναπτυχθούν κανονικά.

Ανθρώπινες μελέτες

Καμία δημοσιευμένη μελέτη δεν έχει εξετάσει άμεσα τις επιπτώσεις των μικροπλαστικών στους ανθρώπους, λένε κορυφαίοι ερευνητές. Οι μόνες διαθέσιμες μελέτες βασίζονται σε εργαστηριακά πειράματα που εκθέτουν κύτταρα ή ανθρώπινους ιστούς σε μικροπλαστικά ή χρησιμοποιούν ζώα όπως ποντίκια ή αρουραίους. Σε μια μελέτη για παράδειγμα, τα ποντίκια που τρέφονταν με μεγάλες ποσότητες μικροπλαστικών εμφάνισαν φλεγμονή στο λεπτό έντερο τους. Τα ποντίκια που εκτέθηκαν σε μικροπλαστικά σε δύο μελέτες είχαν μειωμένο αριθμό σπερματοζωαρίων σε σύγκριση με τις ομάδες ελέγχου.

Ένα άλλο ερώτημα είναι κατά πόσο τα μικροπλαστικά μπορούν να παραμείνουν στο ανθρώπινο σώμα και ενδεχομένως να συσσωρευτούν σε ορισμένους ιστούς. Μελέτες σε ποντίκια έδειξαν ότι τα μικροπλαστικά θα μπορούσαν να παραμείνουν στο έντερο ή και να φτάσουν στο ήπαρ. Χρησιμοποιώντας πολύ περιορισμένα δεδομένα από πειράματα σε ποντίκια, οι ερευνητές εκτιμούν ότι ένα άτομο μπορεί να συσσωρεύσει αρκετές χιλιάδες μικροπλαστικά σωματίδια στο σώμα του κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Τα νανοσωματίδια

Τα σωματίδια που είναι αρκετά μικρά για να διεισδύσουν και να κολλήσουν σε ιστούς, ή ακόμα και σε κύτταρα, είναι το πιο ανησυχητικό είδος και απαιτείται περισσότερη προσοχή στην περιβαλλοντική δειγματοληψία, λέει ο Ρολφ Χάλντεν, μηχανικός σε θέματα περιβαλλοντικής υγείας στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα.

Για να εισέλθουν στα κύτταρα τα σωματίδια, πρέπει να είναι μικρότερα από μερικές εκατοντάδες νανόμετρα. Το 2018, Γάλλοι επιστήμονες όρισαν ως ανώτατο όριο μεγέθους το 1 μm. Σήμερα, οι ερευνητές μπορούν να χρησιμοποιήσουν οπτικά μικροσκόπια και φασματόμετρα για να μετρήσουν το μήκος, το πλάτος και τη χημική σύνθεση των πλαστικών σωματιδίων.

Το 2017, η Alexandra ter Halle, χημικός στο πανεπιστήμιο Paul Sabatier στην Τουλούζη της Γαλλίας και οι συνεργάτες της, απέδειξαν για πρώτη φορά την ύπαρξη νανοπλαστικού σε περιβαλλοντικό δείγμα και συγκεκριμένα σε θαλασσινό νερό που είχε συλλεχθεί από τον Ατλαντικό Ωκεανό. Εξήγαγε κολλοειδή στερεά από το νερό, διηθήθηκε τυχόν σωματίδια μεγαλύτερα από 1 μm, έκαψε ό, τι απέμεινε και χρησιμοποίησε ένα φασματόμετρο μάζας – το οποίο τεμαχίζει μόρια και ταξινομεί τα θραύσματα κατά μοριακό βάρος – για να επιβεβαιώσει ότι υπήρχαν πλαστικά πολυμερή στα υπολείμματα.

Ωστόσο, αυτό δεν έδωσε πληροφορίες για τα ακριβή μεγέθη ή σχήματα των νανοπλαστικών. Η Ter Halle μελέτησε τις επιφάνειες δύο βιοαποικοδομημένων πλαστικών δοχείων που συνέλεξε κατά τη διάρκεια της αποστολής. Διαπίστωσε ότι οι πρώτες εκατοντάδες μικρομέτρα είχαν κρυσταλλοποιηθεί και ήταν πιο εύθραυστα. Προς το παρόν, επειδή οι ερευνητές δεν μπορούν να συλλέξουν νανοπλαστικά από το περιβάλλον, αλέθουν το δικό τους πλαστικό για να παράγουν παρόμοια σωματίδια.

Η συλλογή όλων αυτών των δεδομένων θα πάρει πολύ χρόνο. Η Ter Halle συνεργάστηκε με οικολόγους για τον ποσοτικό προσδιορισμό της κατάποσης μικροπλαστικών στην άγρια φύση. Η ανάλυση σωματιδίων μεγαλύτερων από 700 μm σε περίπου 800 δείγματα εντόμων και ψαριών χρειάστηκε χιλιάδες ώρες.

Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο

Προς το παρόν, τα επίπεδα μικροπλαστικών και νανοπλαστικών στο περιβάλλον είναι πολύ χαμηλά για να επηρεάσουν την ανθρώπινη υγεία, εκτιμούν οι ερευνητές. Αλλά ο αριθμός τους θα αυξηθεί. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, οι ερευνητές προέβλεψαν ότι η ποσότητα πλαστικού που προστίθεται στα υπάρχοντα απόβλητα κάθε χρόνο θα μπορούσε να υπερδιπλασιαστεί από 188 εκατομμύρια τόνους το 2016 σε 380 εκατομμύρια τόνους το 2040.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι εάν είχε εγκριθεί κάθε αποδεδειγμένη λύση για τον περιορισμό της πλαστικής ρύπανσης το 2020 και κλιμακωθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα, η ποσότητα των προστιθέμενων πλαστικών απορριμμάτων θα μπορούσε να μειωθεί στα 140 εκατομμύρια τόνοι ετησίως έως το 2040.

ΠΗΓΗ: Nature

 

Περισσότερα Εδω

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο