«ραγιάς − Μέρες και νύχτες 1821»: γράφει ο Γιάννης Καλπούζος

by admin
3 views
ΕΝΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα
  • Ποιο ήταν το κίνητρο για να συμμετάσχουν οι απλοί αγωνιστές στον ξεσηκωμό του 1821 και ποιος ο ρόλος τους σε σχέση με τους προβεβλημένους ήρωες;
  • Πόσο μοιάζει μία βιασμένη γυναίκα στα χρόνια της επανάστασης του 1821 με τη σημερινή γυναίκα που έχει πέσει θύμα βιασμού; Ποια η αντιμετώπιση από τον συγγενικό και τον κοινωνικό περίγυρο; Έμειναν στον τόπο τους οι γυναίκες που βιάστηκαν από το ασκέρι του Ιμπραήμ ή ακολούθησαν με δική τους απόφαση τούς δημίους τους στην Αίγυπτο; Κι αν τους ακολούθησαν, γιατί το έπραξαν;
  • Η ανάδειξη των αδυναμιών των ηρώων του 1821 τους αποκαθηλώνει ή τους εξυψώνει; Συνάμα, γνωρίζοντας την ανθρώπινη υπόστασή τους, μήπως μπορούν να λειτουργήσουν καλύτερα ως παράδειγμα για τους σημερινούς;
  • Πώς ήταν η καθημερινή ζωή την εποχή του 1821; Πόσα γνωρίζουμε;
  • Το Ναβαρίνο ή το αθάνατο αίμα των Ελλήνων που χύθηκε σε τόσες μάχες χάρισε τη λευτεριά μας;
  • Ερευνήσαμε την Ιστορία και από τη μεριά των Τούρκων; Ποια ήταν η τύχη των νικημένων; Εκχριστιάνισαν οι Έλληνες το 1821 με τη βία μουσουλμάνους;
  • Ήταν Τούρκοι οι μουσουλμάνοι του Ελλαδικού χώρου;
  • Έφτασαν οι Έλληνες του Μοριά να προτιμούν τον ζυγό των Τούρκων στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου; Πόσα κακουργήματα που συνέβηκαν κατά τις εμφύλιες συρράξεις αποσιωπήσαμε; Και πόσες άλλες αλήθειες; Και πόσα μυθεύματα έχουν φτάσει μέχρι τις μέρες μας ή δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα από τα χρόνια της Επανάστασης;
  • Ευσταθεί η εντύπωση που επικρατεί στον πολύ κόσμο ότι οι κλέφτες συνέβαλαν καθοριστικά στην επανάσταση του 1821;
  • Η Ιστορία και η λογοτεχνία βαδίζουν και σε κοινούς δρόμους; Αποτελεί κομμάτι της λογοτεχνίας και η αποκόμιση γνώσεων;

Τα παραπάνω είναι ορισμένα από τα ερωτήματα στα οποία δίνονται απαντήσεις στο μυθιστόρημα ραγιάς − Μέρες και νύχτες 1821. Πέρα από την εκρηκτική του μυθοπλασία ο αναγνώστης θα σχηματίσει ολοκληρωμένη εικόνα για όσα συνέβησαν πριν και καθ’ όλη τη διάρκεια της επανάστασης. Όσον αφορά τη μυθοπλασία εξελίσσεται στην Πάτρα, κυρίως στην Τριπολιτσά και στο Ναύπλιο, αλλά και στο Μεσολόγγι, στην Καρύταινα, στην Αρκαδιά (τη σημερινή Κυπαρισσία), στο Νεόκαστρο, στο Βασιλικό Κορινθίας, στο Κομπότι Άρτας, στον Μυστρά, στα Μπαρδουνοχώρια, και πόσα άλλα μέρη.

Απόσπασμα από το «ραγιάς − Μέρες και νύχτες 1821», το οποίο αποτελεί τη θεματική κορωνίδα του βιβλίου:

«Λέγεις, Συμεών, ότι κάποιοι δε θέλουν ν’ ανήκουν πουθενά. Εγώ θαρρώ πως δεν μπορείς να βγεις απ’ το πετσί σου όπου και να κρυφτείς, όπου και να πας. Φωλιάζει κει μέσα και ριζώνει ολάκερος κόσμος. Απ’ το φίλημα της μάνας σου ως τα μολογήματα των παππούδων σου και τη ζωή που άπλωσαν τριγύρω σου όσοι σμίγουν σε ό,τι νοματίζει κανείς φυλή και γένος.

»Όσο για τη βουκέντρα, την αιτία, το γιατί ή το κίνητρο καταπώς το λαλείτε, γέροντες, ξετεντώστε το και ξεψαχνίστε το μέχρι το μεδούλι, δε βλάπτει, ακονίζεται έτσι ο νους. Όμως με τα λόγια έρχεσαι να ξεσπυρίσεις τα καμωμένα, δεν είσαι μέσα στη λαύρα τους.

»Κείνο που έμαθα είναι πώς όταν ρίχνεσαι με το τουφέκι και το χατζάρι στη μάχη, είσαι έτοιμος ν’ αποθάνεις κι αυτό θα πει πως πια δε θέλεις να είσαι ραγιάς. Κι όταν φτάνεις να λες δε με κόφτει αν θ’ αποθάνω, όλοι σε λογαριάζουν και σε σκιάζονται. Κανένας δεν μπορεί να σε σταματήσει, μόνο ο χάροντας που πια δεν τον λογαριάζεις εσύ.

»Το ξεκίνημα είναι μια αυλακιά, ίσια, ζαβή, βαθύτερη ή και σαν ξεσγάλισμα στο πετσί σου. Σου δίνει μια αμπωξιά και σε πάει ως παρακάτω, παραπατώντας ή και με σωστές δρασκελιές. Έτσι αρχίσαμε τον ξεσηκωμό, με την αμπωξιά των Φιλικών, και φεύγαμε όπως οι λαγοί μόλις θωρούσαμε τους Τούρκους. Επειδή, πέρα απ’ τα κακορίζικα άρματά μας, τους υψώσαμε πάνω απ’ τη δική μας δύναμη και μας έκοβε τα ποδάρια ο τρανότερος οχτρός του λεύτερου ανθρώπου, ο φόβος.

»Πασχίζω να πω ότι δε φτάνει το ξεκίνημα. Δεν πήζει και δε ζυγιάζεται εύκολα στον νου σου πως σήμερα είσαι ζωντανός κι αύριο με τη θέλησή σου θα βρίσκεσαι κάτω απ’ τη γης ή θα σε τρώγουν τα όρνια. Σε βασανίζει το κρίμα για τους ιδικούς σου μα και για σένα τον ίδιο, για τη ζήση και τα νιάτα σου. Έρχονται στιγμές που κιοτεύεις, σε μαυλίζει ο ήλιος, τα πουλιά, τα λουλούδια, ο αέρας π’ ανασαίνεις, η αγκάλη που καρτεράς να σε σφίξει στη θέρμη της. Και μη γελαστεί κανένας και πιστέψει ότι γεννήθηκαν αντρειωμένοι όσοι τα έβαλαν με οχτρούς που φάνταζαν ανίκητοι κι ας είχαν κάποιοι αποκοτιά πιότερη απ’ των αλλωνών. Στου καθενός το γουδί χτυπιόνταν οι γλυκασμοί της ζωής με το σκοτάδι του θανάτου και μαζί τα κουσούρια κι όλα τα στραβά τους. Και τούτο τους κάμνει ακόμα πιο άξιους και σπουδαίους.

»Μήτε πρέπει ν’ αδικεί κανείς όσους λοξοδρόμησαν ή ξέπεσαν σε κακουργίες, καθισμένος στο μιντέρι του ή στην φραντσέζικη καρέκλα του, αλάργα απ’ τις φωτιές που καίγανε κείνους. Τους έκρεναν γυναίκες και λιμασμένα απ’ την πείνα παιδιά, φωνές άγνωρες, νιόφερτες, φωνές δικών τους, σκοτωμένων ή ατιμασμένων, φωνές αιώνων που πλέξανε χίλιων λογιών φράχτες στον λογισμό τους. Μα και καινούριοι φόβοι και σχέδια, γεννήματα απ’ το αναποδογύρισμα του παλιού κόσμου και το νέο διαφέντεμά του. Και, είναι αλήθεια, πως όλοι ορέγονται να υψωθούν σε αφέντες και θαρρούν αξιότερο τον εαυτό τους απ’ τους άλλους.

»Είμαι σίγουρος πως όποια παντρολογήματα κι αν γίνονταν στον νου όσων χόρεψαν τον αντικριστό χορό με τον χάροντα στο αλώνι του πολέμου, τους έσμιγε η θέληση να φτιάξουμε πατρίδα. Κι ας μην τη νογούσε ο καθένας με τον ίδιο τρόπο. Το μπόλι που μπήγονταν στο κορμί ολωνών και ρουφούσε το αίμα τους για να βλαστήσει, τ’ ανάθρεψαν μύρια δεσίματα στους πίσω χρόνους ως τους τωρινούς. Οι κατοπινοί ας κάμουν το βλαστάρι καλύτερο.

»Για μένα έχει αξία να γεννηθεί και να στεριώσει γερά μέσα στον άνθρωπο η φωνή που κράζει: Δε θα ζήσω σαν ραγιάς! Μα να ξεύρει, όποιος λάβει την απόφαση, ότι τούτο θα ζητήσει μέχρι το αίμα του και να ‘ναι έτοιμος να το δώκει.

»Να μην είμαι ραγιάς στον Τούρκο, που με πατούσε στον σβέρκο και δε με λογάριαζε για πλάσμα ανθρωπινό. Όμως να μη γίνομαι και ραγιάς στο πλάνεμα του ξένου, στα δανεικά λεφτά του, που τα γυρεύει με τους τόκους διπλά και τρίδιπλα και με κρατάει έτσι μόνιμα σκλάβο. Να χρειάζεται να στέρξει για να μοιράσω τα χωράφια σε όσους πότισαν με αίμα τούτη τη γης, γιατί λέει τα βάλαμε αμανάτι στα δάνεια. Είναι ωσάν να σου παίρνουν τη γυναίκα και σου ζητάνε λύτρα για να σ’ τη δώκουν πίσω. Προτιμάω να τρώγω ψωμί και κρεμμύδι και να ‘χω το ίρτζι μου. Να μη φοράω συντρόφι, άμα δεν έχω, κι όχι να διακονεύω μεταξωτά βρακιά και να μου χουφτώνει ο δανειστής τούς πισινούς. Θα τρώγω όσα βγάνω.

»Ραγιάς είναι και κείνος που γίνεται υποτακτικός σε χίλια δυο σκιάγματα κι ας τα έμπηξαν στον νου και στην ψυχή του οι πρωτύτεροι.

»Άμα περπατάς με το τι θα πει ο κόσμος, αν στέκεσαι συνεχώς δίβουλος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε μετράς τη γνώμη των άλλων, άμα γυρεύεις το ντάντεμα οποιανού διαφεντεύει τη ζωή σου κι αν καρτεράς τον κάθε Μόσκοβο να σε σώσει τότε είναι ραγιάδικο το βήμα σου. Ούτε να λογαριάζεις πως σου χρωστούν οι ξένοι, γιατί πάλι αλληθωρίζεις. Ραγιάς κι όποιος δέχεται στα πατήματα της στράτας του να τον κοιτούν από ψηλά κι όχι ίσια στα μάτια.

»Δε θέλεις να είσαι ραγιάς; Μάθε να λες όχι κει που πρέπει κι ας το πλερώσεις. Να βαστάς το σέβας σου, την αξιοπρέπεια. Να βαστάς το φωτεινό σου εγώ, τη γλυκιά κι όχι τη φαρμακερή του ουσία. Δεν είμαι ραγιάς θα πει και ξανοίγω τον νου μου, τον παιδεύω με χίλια ρωτήματα, αλλά και με τα γράμματα και με τις επιστήμες. Γιατί ο κόσμος του ανθρώπου είναι σαν το καρύδι, κλείνεται μέσα στο τσόφλι. Κι άμα δεν το σπάσεις, δε γλέπεις μακρύτερα. Όποιος το καταφέρει, θα δει να πλαταίνει ο κόσμος κι αυτά που θαρρούσε ότι γνωρίζει.

»Τούτο πεθυμώ κι ονειρεύομαι για το αύριο, μα με πολλούς στο πλάι μου. Άμα δοκιμάσει να κτίσει ένας όλα τα σπίτια της Ελλάδας, θα χρειαστεί αιώνες. Αντίθετα αν κτίσει κάθε νοικοκύρης το δικό του, θα τελέψουν σε μήνες.

»Θέλω να μην είμαι ραγιάς σε κανέναν. Ούτε η γυναίκα μου και τα παιδιά μου, ούτε οποιοσδήποτε άλλος σε μένα. Να μην είμαι ραγιάς μήτε σε ξένο, μήτε σε δικό, μήτε του κορμιού, μήτε σε όσα δε συνταιριάζονται με τον λεύτερο άνθρωπο. Ραγιάς σε τίποτα!»

Γιάννης Καλπούζος

© Βάσω Μαραγκουδάκη

Ο Γιάννης Καλπούζος γεννήθηκε το 1960 στο χωριό Μελάτες της Άρτας και ζει μόνιμα από το 1983 στην Αθήνα.
Στα ελληνικά γράμματα εμφανίζεται το 2000 με την ποιητική συλλογή Το νερό των ονείρων και το μυθιστόρημα Μεθυσμένος δρόμος.
Ακολουθεί η συλλογή διηγημάτων Μόνο να τους άγγιζα, η οποία επανεκδόθηκε εμπλουτισμένη το 2017 με τον νέο τίτλο: Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ, καθώς και οι ποιητικές του συλλογές: Το παραμιλητό των σκοτεινών Θεών και Έρωτας νυν και αεί. Με τη δεύτερη ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το κρατικό βραβείο ποίησης, ενώ η παραλογή «Ο λύκος» που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος “Γιώργος Σεφέρης” του πανεπιστημίου του Παλέρμο Ιταλίας.
Όλες οι ποιητικές του συλλογές κυκλοφόρησαν μαζί με πενήντα ανέκδοτα ποιήματα σε έναν τόμο το 2107 με τίτλο Ποίηση 2000-2017.
Ευρύτερα γνωστός στο αναγνωστικό κοινό έγινε με το μυθιστόρημά του Ιμαρέτ, το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Το Ιμαρέτ μεταφράστηκε στα πολωνικά, στα τουρκικά, στα αραβικά και στα αγγλικά. Το Ιμαρέτ κυκλοφορεί και σε εφηβικό μυθιστόρημα σε δύο τόμους (για παιδιά άνω των 10 ετών), με εικονογράφηση του σκηνογράφου Αντώνη Χαλκιά.
Επίσης, έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Σάος-Παντομίμα Φαντασμάτων, Άγιοι και δαίμονες-Εις ταν Πόλιν, Ουρανόπετρα-Όπου πατώ είναι δικός μου δρόμος, Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου, σέρρα-Η ψυχή του Πόντου, το οποίο μεταφράστηκε στα αλβανικά και έχει τιμηθεί με το πρώτο βραβείο μυθιστορήματος Μικρασιατικού περιεχομένου για τα έτη 2016-2018, γινάτι-Ο σοφός της λίμνης, το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Βιβλιοπωλείων Public 2019 και ρᾶνΒυζαντινά αμαρτήματα.
Ο Γιάννης Καλπούζος συμμετείχε σε συλλογικά έργα, διασκεύασε σε θεατρικό σενάριο το μυθιστόρημά του σέρρα-Η ψυχή του Πόντου και έχει γράψει τους στίχους 80 τραγουδιών, όπως τα: «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου», «Δέκα μάγισσες», «Να ‘σουν θάλασσα», «Τι μου ‘χει φταίξει τι μου ‘χει λείψει», «Γιατί πολύ σ’ αγάπησα» και άλλα.
Τον Ιούνιο του 2021 κυκλοφόρησε το νέο του μυθιστόρημα με τίτλο ραγιάς και υπότιτλο Μέρες και νύχτες 1821 (σελ.: 544, τιμή: €18,80).
Εικόνα εξωφύλλου: “Αποτυχία επιχειρήσεως” του Henri Decaisne, Μουσείο Μπενάκη
Πλέον όλα τα βιβλία του κυκλοφορούν από τις Eκδόσεις Ψυχογιός.
Προσωπική ιστοσελίδα συγγραφέα: https://www.facebook.com/yiannis.kalpouzos.1

Περισσότερα Εδω

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο