Πώς αντέδρασε το κράτος και η κοινωνία σε μεγάλες υγειονομικές κρίσεις

by admin
3 views

Από την αρχαιότητα έως σήμερα, δεκάδες επιδημίες και πανδημίες στοίχισαν τη ζωή σε εκατομμύρια ανθρώπους ανά τον κόσμο. Για το πώς αντέδρασε η Ελλάδα μέσα στην ιστορία της σε μεγάλες υγειονομικές κρίσεις, για την ιδιωτική και την κρατική ευθύνη για την αντιμετώπιση των μεταδοτικών νόσων, επίσης για τον τρόπο ενημέρωσης των Ελλήνων για τις εκάστοτε επιδημίες, αλλά και για τις θεωρίες συνωμοσίας σχετικά με την ύπαρξη ή όχι θανατηφόρων ιών, μιλάει στο ert.gr ο ιστορικός, με ειδικότητα τις ασθένειες, Γιάννης Στογιαννίδης.

«Σε όλο τον 19ο αι. το ελληνικό κράτος, όπως και τα περισσότερα κράτη, αντιμετώπιζε με προσωρινά μέσα τις παροδικές επιδημικές εξάρσεις. Ο μηχανισμός των κρατών για την προστασία της δημόσιας υγείας ενεργοποιούνταν κυρίως σε έκτακτες καταστάσεις, όπως οι πολεμικές συρράξεις και οι επιδημίες. Τότε δημιουργούνταν έκτακτες υποδομές, όπως τα νοσοκομεία εκστρατείας ή προσέθεταν αυτοσχέδιες υποδομές (παραπήγματα) στους κήπους των νοσοκομείων. Τα νοσοκομειακά ιδρύματα στις ειρηνικές περιόδους χωρίζονταν στα στρατιωτικά και τα δημοτικά.

φωτο από την Εφημερίδα των Κυριών (Απρίλιος 1909)

Στον 19ο αι. εμφανίστηκαν στην Αθήνα τα άσυλα ανιάτων ως ειδική κατηγορία ιδρύματος για τους ψυχασθενείς. Μια ακόμη διαδεδομένη δομή στον ελλαδικό χώρο -που προερχόταν από την πρώιμη νεωτερική περίοδο- ήταν τα λαζαρέτα, όπου απομόνωναν τους ασθενείς με μεταδοτικά νοσήματα για 40 μέρες (quarantine). Στα λαζαρέτα απομονώνονταν όσοι κατέφταναν από τόπους όπου είχαν καταγραφεί επιδημίες ή όσοι είχαν εμφανίσει συμπτώματα μεταδοτικών νοσημάτων στη διάρκεια του ταξιδιού.

Ο μηχανισμός μετάδοσης των λοιμωδών νοσημάτων (λέπρα, φυματίωση, τράχωμα) μέσω μικροβίων έγινε αντιληπτός από τα μέσα του 19ου αι. και μετά, όταν οι ιατροί άρχισαν να μελετούν τους μικροοργανισμούς μέσα στα εργαστήρια. Η ανακάλυψη της μετάδοσης μέσω μικροβίων αποκάλυψε την κοινωνική διάσταση αυτών των ασθενειών. Δηλαδή οι ιατροί πρώτοι και -από τον A΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά- ο ίδιος ο μηχανισμός έστρεψαν το βλέμμα τους στα πλήθη των εργατών και αγροτών που ασθενούσαν αλλά έως τότε η περίθαλψη τους δεν αποτελούσε κοινωνικό ζήτημα.

Δυο μεταδοτικά νοσήματα ενδημούσαν στον ελλαδικό χώρο και προκάλεσαν τη συζήτηση για κοινωνική ιατρική, μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας και ανέδειξαν την ανάγκη δημιουργίας υποδομών: η φυματίωση και η ελονοσία. Ακολουθώντας το διεθνές παράδειγμα, ιδρύθηκαν:

  • ειδικά νοσοκομεία για φυματικούς (σανατόρια),
  • αντιφυματικά ιατρεία και ανθελονοσιακοί σταθμοί για προληπτικές εξετάσεις,
  • ειδικά σχολεία για παιδιά με ενδείξεις σωματικής εξάντλησης (πρεβαντόρια).

Μολονότι αυτές οι υποδομές αναπτύχθηκαν σε μεγαλύτερο βαθμό στον δυτικό κόσμο (Βορειοδυτική Ευρώπη και Βόρεια Αμερική), απασχόλησαν αρκετά τον ιατρικό και πολιτικό κόσμο. Η ανάγκη ελέγχου της μεταδοτικότητας και άρα της θνητότητας των ασθενών επέφερε μια ακόμη αλλαγή: την ίδρυση σχολών εκπαίδευσης νοσηλευτικού προσωπικού και υγιεινολόγων.

Για τον περιορισμό της μετάδοσης οι ιατροί και οι δημοσιογράφοι δημοσίευαν τακτικά κείμενα στον ημερήσιο Τύπο με οδηγίες και πρακτικές, που εφαρμόζονταν σε άλλες χώρες ώστε να κρατούν ενήμερο το κοινό. Ακόμη, ορισμένοι εκδοτικοί οίκοι δημοσίευαν εκλαϊκευτικά εγχειρίδια για τα χαρακτηριστικά μιας νόσου, τα μέσα πρόληψης και οδηγίες για την περίθαλψη του ασθενή στο σπίτι. Εδώ να διευκρινίσουμε ότι τα παραπάνω δημοσιεύματα αναφέρονταν κυρίως στο εγγράμματο κοινό. Οι μεγάλες πλειοψηφίες ενημερώνονταν στα προπολεμικά χρόνια κυρίως μέσω προφορικών συζητήσεων.

Δεν έχουμε ακριβή στοιχεία για τα ποσοστά πειθάρχησης ή μη στους κανόνες υγιεινής. Γνωρίζουμε όμως ότι υπήρχαν περιστατικά παραβίασης, τα οποία στηλίτευαν οι ιατροί. Για παράδειγμα, ορισμένοι φυματικοί συνήθιζαν να καταναλώνουν λίγο αλκοόλ πριν την εξέταση, αφού καταπράυνε τον βήχα τους και έτσι ο ιατρός πιθανόν να μην αξιολογούσε τα συμπτώματα ως σημαντικά. Ακόμη στον Τύπο δημοσιεύονταν κείμενα που δημιουργούσαν λανθασμένες εντυπώσεις στους πολίτες (ατομικές εμπειρίες πολιτών) αλλά και διαφημιστικά κείμενα από εμπόρους ελιξηρίων (σημερινή αντιστοιχία με τα μη πιστοποιημένα σκευάσματα). Για να πείσουν και να εκπαιδεύσουν τα πλήθη, ιατροί και υγιειονολόγοι ανέδειξαν και υπογράμμιζαν τον καθοριστικό ρόλο που μπορούσαν να αναλάβουν οι δάσκαλοι για την εκπαίδευση των νεαρών πολιτών (μαθητών και μαθητριών) στα μέτρα προστασίας. Έτσι, στις σχολικές αίθουσες συζητούσαν για τα «κοινωνικά νοσήματα».

Εγκαταστάσεις του νοσοκομείου «ΣΩΤΗΡΙΑ». Από την εφημερίδα «Πατρίς», 6/3/1929

Τα περιστατικά παραπληροφόρησης και η αυξανόμενη πίεση από ασθενείς που χρειάζονταν νοσηλεία, οδήγησαν τις βενιζελικές κυρίως κυβερνήσεις στην υιοθέτηση νομοθετικών κειμένων άλλων χωρών για την προστασία της δημόσιας υγείας στους εργασιακούς χώρους, την ανοικοδόμηση νέων νοσοκομειακών εγκαταστάσεων και την έναρξη διαλόγου με διεθνείς οργανισμούς για τον περιορισμό της μεταδοτικότητας. Μάλιστα, μέσα από τη μεγάλη υγειονομική κρίση του μεσοπολέμου γεννήθηκαν μεγάλοι οργανισμοί εκπαίδευσης, νοσοκομεία και νομοθετήθηκε ο έλεγχος των φαρμακευτικών σκευασμάτων.

Στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα οι κοινωνίες πίστευαν ακόμη ότι οι ασθένειες συνδέονται με συγκεκριμένες κοινωνικές ή εθνοτικές ομάδες. Έτσι, στο μάτι του κυκλώνα βρέθηκαν οι έγχρωμοι πολίτες στις Η.Π.Α. που θεωρήθηκαν πιο ευάλωτοι στη φυματίωση και άρα προσδιορίστηκαν ως συχνότεροι φορείς. Ορισμένοι ιατροί δεν απέδιδαν τα αυξημένα ποσοστά μεταδοτικών νοσημάτων σε ισοβίτες στον συγχρωτισμό στα σωφρονιστικά καταστήματα αλλά συνέδεαν τη νόσο με την κληρονομικότητα. Άλλοτε αυτές οι θεωρίες αναδείκνυαν άλλες εθνότητες ως «προστατευμένες». Για παράδειγμα δεν ήταν λίγες οι φορές που προέκυπταν συζητήσεις για την ανοσία των εβραϊκών κοινοτήτων στα μεταδοτικά νοσήματα.

Οι παραπάνω θεωρίες δεν συνδέονταν τόσο με εργαστηριακά αποτελέσματα, όσο ήταν αποκυήματα των επιστημονικών συζητήσεων της περιόδου. Ειδικά για τις επιστημονικές θεωρίες θα πρέπει να έχουμε στον νου ότι εντάσσονται στο κοινωνικό πλαίσιο της εκάστοτε περιόδου και δοκιμάζονται σε διαφορετικά πλαίσια στην προσπάθεια τους να κατανοήσουν την συμπεριφορά των οργανισμών και των μικροβίων.

Η προσπάθεια αμφισβήτησης των επιστημονικών θεωριών και η αναζήτηση «εύκολων και σύντομων διεξόδων» συνδέεται με μια αδυναμία των κοινωνιών και μερικών ομάδων να κατανοήσουν την επιστημονική φύση της έρευνας. Δηλαδή αυτές οι ομάδες δυσκολεύονται να αποδεχθούν ότι οι έρευνες έχουν πειραματικά χαρακτηριστικά και ακριβώς για αυτό τον λόγο μπορεί να μοιάζουν αντιφατικές. Ως πολίτες είναι χρήσιμο να παρακολουθούμε τις εξελίξεις. Οι απόπειρες αξιολόγησης και τοποθέτησης απέναντι στις επιστημονικές έρευνες χωρίς τα εργαλεία κάθε επιστήμης μόνο σε αδιέξοδα μπορεί να οδηγήσει. Για τον εντοπισμό των ακατάλληλων σκευασμάτων και την κερδοσκοπία στον χώρο των φαρμάκων, τα κράτη και οι κοινωνίες έχουν θεσπίσει ελεγκτικούς μηχανισμούς. Μάλιστα για τη διασφάλιση της διαφάνειας επινοήθηκαν και διασταυρούμενοι έλεγχοι. Τα καχύποπτα σενάρια αμφισβήτησης των μηχανισμών μόνο ως δυσοίωνα μπορούν να αξιολογηθούν και γνωρίζουμε πού μπορούν να οδηγήσουν.

Οι μεγάλες υγειονομικές κρίσεις του πρώτου μισού του 20ού αι. συνδέθηκαν με τους δυο παγκόσμιους πολέμους, εντάθηκαν στην ενδιάμεση περίοδο και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για να ξεκινήσουν οι συζητήσεις για την οργάνωση των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας και της δημόσιας υγείας. Αν κάτι προέκυψε μέσα από αυτές τις κρίσεις και συχνά το προσπερνάμε είναι μεγάλες επιστημονικές κοινότητες, το έργο των οποίων διασφάλισε τη μακροβιότητα και καλή υγεία πολλών κοινωνιών».


**Ο Γιάννης Στογιαννίδης είναι ιστορικός  (Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής)

Μοιράσου το άρθρο:

Περισσότερα Εδω

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο