«Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ελληνική Επανάσταση»: γράφει ο Εμμανουήλ Πέπονας

by admin
6 views
Από το άρθρο: «Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ελληνική Επανάσταση. Όψεις της δράσης του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας.»
Περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία,
τεύχος Μαρτίου 2021 (τ. 283)
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

O Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε στην Κέρκυρα, στις 31 Ιανουαρίου του 1776. Πατέρας του ήταν ο Κόμης Αντώνιος Καποδίστριας και μητέρα του η Κόμισα Αδαμαντίνη Γονέμη. Πιθανολογείται ότι η οικογένεια Καποδίστρια είχε ως τόπο καταγωγής της ή την Ίστρια της Αδριατικής ή τη Βενετία. Στο νησί εγκαταστάθηκε πιθανότατα κατά τον 14ο αιώνα. Ο σχετικός τίτλος ευγενείας αποδόθηκε εκείνη την περίοδο στους προγόνους τού μελλοντικού Κυβερνήτη της Ελλάδας από τον δούκα της Σαβοΐας, και έπειτα αναγνωρίστηκε από τη βενετική ηγεσία.

Ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, Ιωάννης Καποδίστριας. Το έργο του, εν πολλοίς, καθόρισε το μέλλον της χώρας (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Τα νεανικά χρόνια του Καποδίστρια επηρεάστηκαν από την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης (1789). Το εν λόγω κοσμοϊστορικό γεγονός περιέπλεξε τις διεθνείς σχέσεις της εποχής, μετάλλαξε τα ευρωπαϊκά σύνορα και δημιούργησε τη γενεσιουργό αιτία για την ανάπτυξη νέων ιδεολογιών. Μεταξύ των τελευταίων, ως οι πλέον σημαντικές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ο εθνικισμός και ο φιλελευθερισμός, οι οποίες αποτέλεσαν απειλές για απολυταρχικές πολυεθνικές αυτοκρατορίες, όπως αυτή των Οθωμανών. Ο Καποδίστριας δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί οπαδός τους, όμως, επηρεάστηκε από αυτές για την εξυπηρέτηση των εθνικών σκοπών.

Η Γαλλική Επανάσταση, πέραν των ιδεολογικών της προεκτάσεων, έδωσε την ευκαιρία για την επέκταση της ισχύος της ίδιας της Γαλλίας. Τμήμα του στόλου της κατέλαβε πρόσκαιρα τα Επτάνησα, με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Ρωσία να σπεύδουν εναντίον του. Οι ντόπιοι αρχικά υποδέχθηκαν τους Γάλλους ως ελευθερωτές, όμως, έπειτα από μία σειρά εχθρικών ενεργειών από τους τελευταίους μετέβαλαν τη στάση τους. Λόγω αυτής της συμπεριφοράς, η εγκαθίδρυση της υψηλής κυριαρχίας του σουλτάνου –με την εγγύηση πλέον της Ρωσίας– επέφερε παράλληλα την παραχώρηση μιας μορφής αυτοδιοίκησης στους νησιώτες, ως επιβράβευση για την ουδέτερη στάση τους κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων. Σε αυτό το πλαίσιο των πολιτικοστρατιωτικών μεταβολών, ο Αντώνιος Καποδίστριας αναδύθηκε στην τοπική ηγεσία, ο δε γιος του, Ιωάννης, εστάλη για σπουδές στην Ιταλία.

Στην Πάδοβα και έπειτα στη Βενετία, ο Ιωάννης Καποδίστριας σπούδασε ιατρική, ασκώντας για κάποιο χρονικό διάστημα την επιστήμη του με επιτυχία. Παράλληλα, στα Επτάνησα, ο πατέρας του ανέπτυξε επαφές με τη Ρωσία, ερχόμενος αντιμέτωπος με τον εύπορο Ανδρέα Μεταξά, ο οποίος προσπαθούσε να οικοδομήσει ένα προσωποπαγές καθεστώς στην Κεφαλλονιά. Μετά την ψήφιση του πρώτου Συντάγματος των νησιών, το 1803, ο νεαρός Ιωάννης διορίστηκε Γραμματέας Επικρατείας – ένα αξίωμα μεταξύ του υπουργού Εξωτερικών και του αντιπροέδρου μιας σύγχρονης κυβέρνησης. Λίγα χρόνια αργότερα, η συμμαχία Ρωσίας–Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διαλύθηκε, με τους Γάλλους να επανέρχονται προσωρινά στην περιοχή (1808). Υπό τον φόβο μιας ενδεχόμενης επιδρομής της Πύλης ή του πανίσχυρου τότε Αλή Πασά, ο Καποδίστριας ζήτησε τη συνδρομή των αρματολών της ηπειρωτικής Ελλάδας. Από την εποχή εκείνη λοιπόν, η οικογένεια Καποδίστρια απέκτησε στενούς δεσμούς με ορισμένους από τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς, όπως τους Μάρκο Μπότσαρη, Γεώργιο Βαρνακιώτη και Μπουκουβαλαίους.

Ο Τσάρος Αλέξανδρος. Πίνακας του Φρανσουά Ζεράρντ (Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη).

Η γαλλική παραμονή στα Επτάνησα απεδείχθη πρόσκαιρη, αφού σύντομα οι Βρετανοί εκδίωξαν τους Γάλλους από τα νησιά (1809-1810). Αντιλαμβανόμενος την κατάσταση, ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε αρνηθεί να υπηρετήσει τον απεσταλμένο του Ναπολέοντα, με αποτέλεσμα να ανταμειφθεί, στη συνέχεια, από τη Ρωσία. Το 1809, ο Τσάρος Αλέξανδρος τον κάλεσε στην Αγία Πετρούπολη, του απένειμε τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος της Αγίας Άννης και εντέλει τον διόρισε σύμβουλό του. Έκτοτε, η άνοδός του στην ιεραρχία υπήρξε ραγδαία: αφού διετέλεσε για μικρό χρονικό διάστημα γραμματέας της ρωσικής πρεσβείας στη Βιέννη, μετατέθηκε στη θέση του διευθυντή του διπλωματικού γραφείου του Ανώτατου Διοικητή της Στρατιάς του Δούναβη, Ναυάρχου Πάβελ Τσιτσακώφ (Pavel Vasilievich Chichagov). Παρ’ ότι το Βουκουρέστι δεν μπορούσε να συγκριθεί με την κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα των Αψβούργων, ο μαινόμενος πόλεμος της Ρωσίας εναντίον των Οθωμανών, που έμελλε να λήξει μόλις το 1812, έδωσε την ευκαιρία στον νεαρό διπλωμάτη να αναπτύξει περαιτέρω τις δεξιότητές του.

Όπως φαίνεται, ο τσάρος έμεινε ιδιαίτερα ευχαριστημένος από τη δράση του Καποδίστρια. Η διάθεση τού μονάρχη καταδείχθηκε με τον πλέον σαφή τρόπο το φθινόπωρο του 1813, όταν αποφάσισε να αποστείλει τον Κερκυραίο πολιτικό σε άτυπη μυστική αποστολή στην Ελβετία. Η συγκεκριμένη χώρα είχε αρχικά καταστεί δορυφόρος του Ναπολέοντα, η εισβολή, όμως, ρωσοαυστριακών στρατευμάτων, το 1813, μετέβαλε την κατάσταση. Η επέμβαση στην περιοχή υπήρξε έμπνευση του Καγκελάριου Κλέμενς φον Μέττερνιχ (Klemens von Metternich), σε μια προσπάθεια να αυξηθεί η επιρροή της Βιέννης. Από την πλευρά της, η ηγεσία της Ρωσίας διατύπωσε τις επιφυλάξεις της, μέχρις ότου ο Καποδίστριας συμβούλευσε τον τσάρο πως αν οι Αυστριακοί δρούσαν μόνοι τους, η ρωσική επιρροή θα μειωνόταν σημαντικά. Σύντομα, ο μονάρχης πείστηκε για την ορθότητα των επιχειρημάτων του αξιωματούχου του, σπεύδοντας να εμπλακεί ενεργά στις υποθέσεις των Ελβετών.

Ο Αυστριακός Καγκελάριος Μέττερνιχ (Πίνακας του Τόμας Λώρενς. Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης, Βιέννη).

Ως επίσημος εκπρόσωπος του τσάρου πλέον, ο Καποδίστριας παρέμεινε στην Ελβετία για περίπου ένα έτος. Στις δικές του ενέργειες οφείλεται η υιοθέτηση Συντάγματος, η ειρήνευση μεταξύ των μέχρι πρότινος αντιτιθέμενων πολιτικών παρατάξεων, καθώς, επίσης, και η διασφάλιση της ισότητας μεταξύ των διαφόρων καντονιών. Ακόμη και η περίφημη ιδέα της ουδετερότητας του μικρού κράτους της κεντρικής Ευρώπης εκφράστηκε για πρώτη φορά από τον Έλληνα διπλωμάτη. Μετά το πέρας της θητείας του, τον Σεπτέμβριο του 1814, ο Καποδίστριας αποχώρησε από την Ελβετία μαζί με τις ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Η φιλική του διάθεση προς τους Ελβετούς συνεχίστηκε στο πλαίσιο του Συνεδρίου της Βιέννης (1814-1815), όπου ενδυνάμωσε τη θέση όσων επιθυμούσαν την ένωση όλων των καντονιών σε ένα ενιαίο κράτος. Ο αντιπρόσωπος της Γενεύης Σαρλ Πικτέ (Charles Pictet de Rochemont) ανέφερε σχετικά: «Μεταξύ εκείνων που ενδιαφέρθηκαν για τα επιτεύγματά μας, κανείς δεν το έπραξε με περισσότερη συνέχεια, καλή διάθεση, ευφυΐα και αποτελεσματικότητα από τον Κόμη Καποδίστρια. Κατά τις 92 συνεδριάσεις που είχα μαζί του, ήταν πάντα ίδιος και απαράλλαχτος, ο καλύτερος οδηγός, ο καλύτερος σύμβουλος και προικισμένος με μια υπομονή, η οποία δεν κάμφθηκε ποτέ, παρόλο που τα ζητήματα της Ελβετίας τού έδωσαν αφορμή να τα αποστραφεί και παρόλο που ανέλαβε κατά κύριο λόγο τη μεγάλη διαπραγμάτευση με την Πολωνία και τη Σαξωνία, κάτι που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την αδιαφορία του απέναντι στα συμφέροντα της ασήμαντης Γενεύης». Αξίζει ίσως να σημειωθεί ότι αν και ο Καποδίστριας ήταν 21 έτη νεότερος τού Πικτέ, ο τελευταίος αποζητούσε με θέρμη τις συμβουλές του. Όταν μάλιστα ο Ελβετός πολιτικός απεβίωσε (1824), ο Έλληνας διπλωμάτης ακολούθησε τη νεκρική πομπή ως συγγενής του εκλιπόντος. Η δράση του αναγνωρίστηκε γρήγορα από τους κατοίκους της χώρας, οι οποίοι έσπευσαν να τον ανακηρύξουν επίτιμο δημότη της Γενεύης (1815) και του καντονιού του Βάουντ (Vaud, 1816), ενώ το όνομά του δόθηκε σε μια δημοφιλή για τους τουρίστες περιοχή.

Η παρουσία του Καποδίστρια στη Βιέννη δεν περιοριζόταν στα ζητήματα της Ελβετίας. Λίγο νωρίτερα, ο Έλληνας διπλωμάτης είχε διοριστεί Γραμματέας επί των Εξωτερικών Υποθέσεων1 –δίπλα στον Καρλ-Ρόμπερτ Νέσελροντ (Karl Robert Nesselrode)– και είχε τιμηθεί με τον Σταυρό Β΄ Τάξης του Αγίου Βλαδιμήρου. Για ακόμη μία φορά, ο Καποδίστριας βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Μέττερνιχ, ο οποίος πλέον επεδίωκε την περαιτέρω υποβάθμιση της γαλλικής ισχύος και την αύξηση της επιρροής της Βιέννης στην Ιταλία. Ο Κερκυραίος διπλωμάτης εμφανίστηκε έτοιμος να αντιμετωπίσει μια τέτοια εξέλιξη, υπερασπιζόμενος τα ρωσικά συμφέροντα. Όπως ήταν φυσικό, για τον Αυστριακό καγκελάριο η παρουσία του Καποδίστρια σε μια τόσο σημαντική θέση ήταν μια ξεκάθαρη απειλή, καθώς προωθούσε την ενεργητικότερη ανάμιξη της Ρωσίας στα ζητήματα της νότιας Ευρώπης. Ως εκ τούτου, ο Μέττερνιχ προσπάθησε να μειώσει την ισχύ του αντιπάλου του, διαδίδοντας ανυπόστατες φήμες εντός της Αυλής του τσάρου. Σε προσωπικά του σημειώματα, με το συνήθως βλοσυρό του ύφος, τον χαρακτήριζε «όχι κακό […], μα ολότελα ηλίθιο». Η σύγκρουση των δύο ανδρών υπήρξε σφοδρή, η δε Συνθήκη της Βιέννης θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα της μεταξύ τους ισορροπίας.

Σταδιακά, οι παρασκηνιακές προσπάθειες του Αυστριακού ηγέτη να υποσκάψει τη θέση του Καποδίστρια καρποφόρησαν. Οπωσδήποτε βέβαια, ο τελευταίος συνέχισε να κατευθύνει ύψιστης σπουδαιότητας διπλωματικές διαβουλεύσεις για τα επόμενα περίπου 6 έτη, ασκώντας καταλυτική επιρροή στις αποφάσεις του τσάρου. Όμως, η αυστριακή υποστήριξη προς τον Νέσελροντ μετέβαλε τους συσχετισμούς εντός της ρωσικής Αυλής, έχοντας αρνητικές συνέπειες για τον Έλληνα πολιτικό.

Αν και πιθανότατα κατανοούσε την εις βάρος του κατάσταση, ο Κερκυραίος διπλωμάτης δεν έπαψε να εργάζεται υπέρ της ιδιαίτερης πατρίδας του. Συγκεκριμένα, λαμβάνοντας ειδική άδεια από τον τσάρο, ταξίδευσε για 2 μήνες στη γενέτειρά του, ενώ ακολούθως επισκέφθηκε σημαίνοντες κύκλους της Ιταλίας και του Λονδίνου. Σκοπός του ήταν η εξασφάλιση της μέγιστης δυνατής αυτονομίας στα Επτάνησα – μια επιδίωξη που ερχόταν σε αντίθεση με τα προτάγματα της βρετανικής πολιτικής. Η μεγαλύτερη επιτυχία της γενικότερης προσπάθειάς του έλαβε χώρα, ίσως, στις 5 Νοεμβρίου του 1815, όταν η Ιόνιος Πολιτεία απέκτησε το δικαίωμα να έχει Σύνταγμα, ένοπλες δυνάμεις, εκλεγμένη κυβέρνηση, καθώς και ιδιαίτερη σημαία. Ένα έτος νωρίτερα (1814), συμμετείχε στην ίδρυση της Φιλόμουσου Εταιρείας της Βιέννης, μαζί με τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο, τον λόγιο Άνθιμο Γαζή και άλλους διακεκριμένους Έλληνες. Θεωρητικά, στόχος της οργάνωσης ήταν η ενίσχυση νεαρών σπουδαστών από την Ελλάδα, επί της ουσίας, όμως, καλλιεργούσε το φιλελληνικό κίνημα, αποζητώντας την ενίσχυση της Ρωσίας. Συνεπώς, δεν προκαλεί έκπληξη πως ο κύριος οικονομικός αρωγός της Φιλόμουσου Εταιρείας ήταν ο Καποδίστριας, ενώ ακολουθούσαν ο Τσάρος Αλέξανδρος, η τσαρίνα και αρκετοί παραδουνάβιοι ηγεμόνες. Στο ίδιο πλαίσιο, εύκολα μπορεί να εξηγηθεί η επιτήρηση των δράσεων της εταιρείας από την αυστριακή αστυνομία.

Άγαλμα του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο.

Το 1816, η Φιλική Εταιρεία απέστειλε τον Νικόλαο Γαλάτη στον Καποδίστρια, προκειμένου να τον πληροφορήσει για τα σχέδιά της. Την περίοδο εκείνη ο Κερκυραίος πολιτικός διέθετε φαινομενικά μια πανίσχυρη θέση, συνεπώς οι συνωμότες υπέρ της απελευθέρωσης της Ελλάδας ήταν φυσικό να προστρέξουν σε αυτόν προκειμένου να ευοδωθούν οι προσπάθειές τους. Πέραν δηλαδή των δεδομένων ικανοτήτων του, ο Καποδίστριας βρισκόταν στο στενό περιβάλλον του τσάρου και θα μπορούσε να κατευθύνει τη ρωσική πολιτική υπέρ του ελληνικού ζητήματος. Στη συνάντηση με τον Γαλάτη, πάντως, ο γραμματέας επί των Εξωτερικών Υποθέσεων του Αλεξάνδρου εμφανίστηκε επιφυλακτικός. Γνωρίζοντας τη στάση του Ρώσου μονάρχη υπέρ της διατήρησης του status quo στην Ευρώπη και τις ανάλογες διαθέσεις των υπολοίπων Δυνάμεων, αρνήθηκε να αναλάβει την ηγεσία της σχεδιαζόμενης επανάστασης. Όπως ο ίδιος ο Κερκυραίος διπλωμάτης εξήγησε αργότερα σε φιλικά του πρόσωπα, θεωρούσε μια ελληνική επανάσταση κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ως άκαιρη και τις θέσεις της Φιλικής Εταιρείας υπερφίαλες. Ωστόσο, υπογράμμισε πως δεν επιθυμούσε επ’ ουδενί να εγκαταλείψει τους ομοεθνείς του στην τύχη τους και θα εργαζόταν με όλες του τις δυνάμεις υπέρ τους. Έτσι, κατά τα επόμενα χρόνια, θα ασκούσε την επιρροή του προς κάθε παράγοντα που θα μπορούσε ενδεχομένως να βοηθήσει το ελληνικό ζήτημα, παρά την άρνησή του να ηγηθεί του κινήματος.

Το 1819, ο Καποδίστριας ταξίδευσε από τη Βιέννη στην Κέρκυρα μέσω Ιταλίας. Εκεί, οι αρχικές του επιφυλάξεις έναντι του Διοικητή των Επτανήσων, Τόμας Μάιτλαντ (Thomas Maitland), επιβεβαιώθηκαν. Ο Βρετανός αξιωματούχος ασκούσε μια άκρως καταπιεστική πολιτική προς τον τοπικό πληθυσμό, προξενώντας την οργή τους. Μάλιστα, εκείνη την περίοδο, η χώρα του πώλησε την Πάργα στον Αλή Πασά, αναγκάζοντας τους κατοίκους της πόλης να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες. Η επαφή με τους Παργινούς πρόσφυγες στην Κέρκυρα λύπησε ιδιαίτερα τον Καποδίστρια, ο οποίος μετέφερε με τα μελανότερα χρώματα τις εμπειρίες του στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Η επιδείνωση της θέσης του Καποδίστρια στη Ρωσία συνεχίστηκε, όπως απεδείχθη στις διεθνείς διασκέψεις των αρχών της δεκαετίας του 1820. Συγκεκριμένα, στο Συνέδριο του Τροπάου (Troppau, 1820) και του Λάιμπαχ (Laibach, 1821) αποφασίστηκε η κατάπνιξη των επαναστατικών κινημάτων της Ιταλίας από αυστριακά στρατεύματα, με τον τσάρο να μη λαμβάνει υπ’ όψιν του τις συμβουλές του Καποδίστρια. Το αποτέλεσμα της θέλησης του Ρώσου μονάρχη να συμπράξει με την Αυστρία ήταν η επικράτηση του Μέττερνιχ στην ιδιότυπη προσωπική του έριδα με τον Έλληνα διπλωμάτη και η επιδείνωση των σχέσεων Ρωσίας–Βρετανίας.

Έχοντας, λοιπόν, εμφανώς απολέσει την εύνοια του Αλεξάνδρου, ο Κερκυραίος πολιτικός ενημερώθηκε για την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη –ανώτατο αξιωματικό του Ρωσικού Στρατού, με διασυνδέσεις στην Αυλή της Ρωσίας–, ενόσω βρισκόταν στο Λάιμπαχ. Η καταδίκη του επαναστατικού κινήματος από τον τσάρο, η απόταξη του Υψηλάντη και η έγκριση της απαραίτητης άδειας για την είσοδο των Οθωμανών στη Μολδοβλαχία αποτέλεσαν μια ακόμη απόδειξη της επικράτησης της αυστριακής πολιτικής. Ο Καποδίστριας, μάλιστα, αναγκάστηκε να υπογράψει τα σχετικά διατάγματα, αν και προσπαθούσε να πιέσει τον Αλέξανδρο στην υιοθέτηση φιλελληνικής πολιτικής. Παράλληλα, μέσω του Μητροπολίτη Ουγγαρίας και Βλαχίας Ιγνατίου και του αδελφού του, Βιάρου, συνέστησε στους επαναστάτες να οργανώσουν μια ολιγομελή κεντρική διοίκηση στις περιοχές που απελευθέρωναν. Με αυτόν τον τρόπο επεδίωκε να τοποθετήσει τη δράση των ομοεθνών του εντός των πλαισίων της διεθνούς νομιμότητας, αποσκοπώντας να κερδίσει τη συμπάθεια των ισχυρών κρατών της Ευρώπης. Η επιτυχία του ήταν μερική: οι Μεγάλες Δυνάμεις διατήρησαν ουδέτερη στάση και δεν ενίσχυσαν τις επιχειρήσεις του Οθωμανικού Στρατού, ενώ ο Ρώσος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη επέδωσε τελεσίγραφο στον σουλτάνο για να σταματήσει τις ανθελληνικές ενέργειες μετά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’. Οι κινήσεις αυτές είχαν μεγάλο προσωπικό κόστος για τον Καποδίστρια, ο οποίος έχασε τη δυνατότητα διαχείρισης του Ανατολικού Ζητήματος, αφού αρχικά πρότεινε την αποστολή ρωσικών στρατευμάτων προς ενίσχυση των επαναστατών.

Στις αρχές του 1822, ο Αυστριακός πρέσβης κατήγγειλε στον τσάρο πως ο Καποδίστριας συκοφαντούσε την κυβέρνησή του, προκειμένου να επιτελέσει μια προσωπική πολιτική. Οι προθέσεις του Αλεξάνδρου διαφάνηκαν τον Φεβρουάριο, όταν ένας απεσταλμένος του εξουσιοδότησε τον Μέττερνιχ να διαπραγματευθεί απευθείας με τον σουλτάνο εν αγνοία του Κερκυραίου πολιτικού. Η κίνηση αυτή και η συνεχιζόμενη αναβάθμιση τού Νέσελροντ –ευνοούμενου της Αυστρίας– ώθησαν τον Καποδίστρια να ζητήσει ακρόαση από τον Ρώσο μονάρχη. Στη συνάντησή τους διαπιστώθηκε η εκ διαμέτρου διαφορά απόψεων, με κύριο άξονα την επιμονή του τσάρου σε μια συντηρητική Ιερά Συμμαχία με τους Αψβούργους και την ταχέως αναδυόμενη Πρωσία. Η εν λόγω σύμπραξη δεν έβρισκε σύμφωνο τον Έλληνα διπλωμάτη, ο οποίος θεωρούσε ότι με αυτόν τον τρόπο, αφενός, υποσκαπτόταν η θέση της Ρωσίας και, αφετέρου, δεν υπήρχαν περιθώρια υποστήριξης των επαναστατών ομοεθνών του. Μετά το πέρας της συζήτησης, παραχωρήθηκε άδεια στον Καποδίστρια για «λόγους υγείας». Ο Αλέξανδρος δεν ήθελε να τον παύσει από τα καθήκοντά του επίσημα, αφού κάτι τέτοιο ίσως λαμβανόταν από τις έτερες δυνάμεις ως ένδειξη προστριβών εντός της αυτοκρατορίας του. Επίσης, ο Ρώσος μονάρχης δεν έπαψε να εκτιμά τις ικανότητες του διπλωμάτη του, πιθανότατα δε επιθυμούσε τη διατήρηση μιας φιλικής σχέσης μαζί του σε περίπτωση που η Αγία Πετρούπολη αποφάσιζε μεταστροφή της πολιτικής της στο Ανατολικό Ζήτημα. Πάντως, ο Καποδίστριας αποχώρησε από τη ρωσική πρωτεύουσα στις 19 Αυγούστου του 1822 και εγκαταστάθηκε στην προσφιλή για τον ίδιο Γενεύη.

Στην ελβετική πόλη, συναναστράφηκε με γνωστούς φιλέλληνες και προσπάθησε να προσεταιριστεί πιθανούς συμμάχους των επαναστατών. Χαρακτηριστική υπήρξε η σχέση του με τον τραπεζίτη Ζαν-Γκαμπριέλ Εϋνάρδο (Jean-Gabriel Eynard), ο οποίος ενίσχυσε οικονομικά τους Έλληνες με διόλου ευκαταφρόνητα ποσά, καθώς, επίσης, με τον εξάδελφο του Βρετανού Πρωθυπουργού Τζώρτζ Κάννινγκ, Στράτφορντ (Stratford Canning). Οι γνωριμίες του πρώην γραμματέα επί των Εξωτερικών Υποθέσεων του τσάρου βοήθησαν σημαντικά τον Αγώνα, ενώ οι συμβουλές του για διπλωματικά ζητήματα προς τους εν πολλοίς άπειρους ομοεθνείς του ήταν συνεχείς.

Εμμανουήλ Πέπονας
απόσπασμα από το εκτενές άρθρο με τίτλο
«Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ελληνική Επανάσταση.
Όψεις της δράσης του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας.»
Περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία,
τεύχος Μαρτίου 2021 (τ. 283)

Ο Εμμανουήλ Πέπονας είναι απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών του ιδίου Πανεπιστημίου.

Το περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γκοβόστη (τιμή τεύχους €5,00).

Σημείωμα της σύνταξης:

Η επέτειος των 200 ετών από την Επανάσταση του 1821 τιμάται και από το περιοδικό μας, με ένα τεύχος αφιερωμένο αποκλειστικά στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας.

Στο άρθρο του ο Παναγιώτης Κακαλέτρης εστιάζει στα άτακτα στρατιωτικά σώματα, τα οποία αποτέλεσαν το στρατιωτικό δυναμικό του ξεσηκωμένου Γένους, την εξέλιξή τους, την οργάνωση, τα όποια πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα παρουσίαζαν, καθώς και τη σταδιακή εγκατάλειψη μετά τη σύσταση του τακτικού στρατού.

Η μεγαλύτερη πολιτική προσωπικότητα της νεότερης Ελλάδας, ο Ιωάννης Καποδίστριας, σκιαγραφείται από τον Εμμανουήλ Πέπονα. Η αρχική του σταδιοδρομία στα Επτάνησα, η μετάβασή του στη Ρωσία, η ανάδειξή του σε σημαίνον στέλεχος του Υπουργείου Εξωτερικών και η άφιξή του στην Ελλάδα στο τέλος της Επανάστασης περιγράφονται, καθώς και η δολοφονία του, η οποία στέρησε τη χώρα από έναν άξιο κυβερνήτη.

Ένα παραμελημένο θέμα σε κάθε περιγραφή των μαχών της Επανάστασης είναι ο ανεφοδιασμός των αγωνιστών με πυρομαχικά, κάτι που φυσικά ισχύει στον ύψιστο βαθμό έως τις ημέρες μας. Ο Θεόδωρος Δημόπουλος στο άρθρο του αναφέρεται στους μπαρουτόμυλους της Δημητσάνας και άλλων περιοχών, καθώς και στις υπεράνθρωπες προσπάθειες που έγιναν για την παραγωγή πυρίτιδας και σφαιρών που ήταν απαραίτητα σε όλες τις συγκρούσεις.

Η Γαλλική Επανάσταση και οι επιχειρήσεις του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο, στα τέλη του 18ου αιώνα, έφεραν έναν αέρα ανακατατάξεων στον Βαλκανικό χώρο. Κύριος αποδέκτης αυτών ήταν τα Επτάνησα, τα οποία, όπως μας περιγράφει ο Νικόλαος Σιδηρόπουλος, παρά τις εναλλαγές κατακτητών αποτέλεσαν μια πολύτιμη βάση ανασυγκρότησης των αγωνιστών, οι οποίοι, επηρεασμένοι και εκπαιδευμένοι από Γάλλους, Ρώσους και Βρετανούς, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εθνεγερσία και τη θεμελίωση του νέου κράτους.

Ο Γεώργιος Λόης στο άρθρο του για τις επαναστατικές κινήσεις στη Θράκη αναφέρεται στις προσπάθειες των κατοίκων να βοηθήσουν όσο μπορούσαν τον εθνικό Αγώνα, που, ωστόσο, για διάφορους λόγους δεν μπόρεσαν να είναι τόσο επιτυχείς όσο η Επανάσταση στην Πελοπόννησο.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την καταστολή της Επανάστασης προήλθε από τον Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου. Ο Ιωάννης Αριστείδου περιγράφει την απόβασή του στην Πελοπόννησο, τις πρώτες επιχειρήσεις του, την αντίδραση των Ελλήνων και την τραγική πτώση του Ναβαρίνου και της Σφακτηρίας στις αιγυπτιακές δυνάμεις.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στην Πελοπόννησο και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης στη Στερεά Ελλάδα ήταν οι αδιαμφισβήτητοι αρχηγοί των χερσαίων επιχειρήσεων. Ο Δημήτριος Λυριντζής στο άρθρο του επιχειρεί μια συγκριτική μελέτη των ικανοτήτων τους και τη συνεργασία που είχαν στο πεδίο των επιχειρήσεων, κάτι που συνέβη, όμως, αρκετά αργότερα στην εξέλιξη του Αγώνα.

Ένα επίσης άγνωστο θέμα, αν και εμφανέστατο σε κάθε κλασικό πίνακα της Επανάστασης, είναι ο φορητός οπλισμός των αγωνιστών. Ο Νικόλαος Νικόλτσιος επιχειρεί μια παρουσίαση των καριοφιλιών, πιστολιών, σπαθιών και άλλων όπλων των Ελλήνων, από πού τα προμηθεύονταν, πώς λειτουργούσαν και πώς τα χρησιμοποιούσαν στις μάχες εναντίον του εχθρού.

Οι Ειδήσεις του Εμμανουήλ Πέπονα είναι και αυτές σχετικές με τη μεγάλη επέτειο, όπως και τα Αποσπάσματα Στρατιωτικού Μηνολογίου του Βασιλείου Αναστασόπουλου· ο Πόλεμος στην Τέχνη καλύπτεται από δύο κείμενα των Ανδρέα Αττάλογλου και Ηλία Μαϊδάτση, αναφερόμενα στον πίνακα της Εξόδου του Μεσολογγίου και στην προεπαναστατική λογοτεχνία, αντίστοιχα· η Πολιτιστική Κληρονομιά του Γεωργίου Λόη έχει ως θέμα τις οχυρώσεις του Μεσολογγίου και, τέλος, η Βιβλιοπαρουσίαση του Εμμανουήλ Πέπονα για το βιβλίο Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του Σπυρίδωνα Τρικούπη, μια από τις πρώτες ιστοριογραφίες της Επανάστασης.

Περισσότερα Εδω

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο