«Οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι και η επίδρασή τους στην Ελληνική Επανάσταση»: γράφει ο Νικόλαος Σιδηρόπουλος

by admin
13 views
Από το άρθρο: «Οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι και η επίδρασή τους στην Ελληνική Επανάσταση
Περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία,
τεύχος Μαρτίου 2021 (τ. 283)
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Το 1789 ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση, η οποία αποτέλεσε την αφετηρία πολλών σημαντικών πολεμικών επιχειρήσεων, καθώς θεωρείται μία από τις σημαντικότερες στιγμές –μαζί με την έναρξη της Βιομηχανικής Περιόδου– στην ιστορία όχι μόνο της Γαλλίας, αλλά και ολόκληρης της Γηραιάς Ηπείρου. Ωστόσο, οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης προσέλκυσαν και επηρέασαν τους Ευρωπαίους όχι επειδή ήταν γαλλικές, αλλά επειδή αντικατόπτριζαν τάσεις και ενδιαφέροντα που τους απασχολούσαν για αρκετές δεκαετίες. Όλα αυτά βρήκαν πρόσφορο έδαφος προκειμένου να αναπτυχθούν στις απαρχές του 19ου αιώνα και θεωρήθηκαν το πρελούδιο των μετέπειτα επαναστατικών κινημάτων στην καρδιά της Ευρώπης. Οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι υπήρξαν το εφαλτήριο των κινημάτων αυτών και αποτέλεσαν για αρκετούς υπόδουλους λαούς της περιόδου, οι οποίοι ζούσαν υπό τους Οθωμανούς, κυρίως από το 1453 και έπειτα, τη σπίθα της επερχόμενης πυρκαγιάς, η οποία θα τάραζε τα «ήρεμα» νερά της Μεσογείου, κυρίως στα Βαλκάνια αλλά και τη Μέση Ανατολή.

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΠΡΟΣΔΟΚΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΟΔΟ ΤΟΥ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗ

Ο Ναπολέων Βοναπάρτης υπήρξε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της εποχής του και όχι μόνο, καθώς κατάφερε, κατά τη διάρκεια των δεκαπέντε χρόνων της απολυταρχικής διακυβέρνησής του στη Γαλλία, να προσελκύσει την προσοχή ολόκληρου του κόσμου.

Στα γεγονότα, πριν από το 1796, ο τότε Λοχαγός Βοναπάρτης διαδραμάτισε μικρό ρόλο, οι γνώσεις, όμως, που αποκόμισε τον βοήθησαν να εξελιχθεί και να αναρριχηθεί στον γαλλικό πολιτικό βίο τάχιστα.

Το 1797, συνέτριψε τις δυνάμεις της Αυστρίας και του Πεδεμόντιου και προήλασε στη βόρεια Ιταλία, σε μικρή απόσταση από τη Βιέννη. Κυρίαρχος τα επόμενα χρόνια ολόκληρης της Ιταλίας, σκόπευε να εισβάλει στη Βρετανία, αλλά επειδή αυτό ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα, τελικά παραμερίστηκε. Ωστόσο, αποφασίσθηκε να πραγματοποιηθεί η κατάληψη της Αιγύπτου για δύο σημαντικούς λόγους: ο πρώτος, ήταν διότι θα προκαλούσε σοβαρό «χτύπημα» στους ισχυρούς δεσμούς μεταξύ Βρετανίας και Ινδίας (παράλυση εμπορίου) και, ο δεύτερος, διότι θα αύξανε το στρατιωτικό του κύρος επιβάλλοντας τη δύναμή του στην «απολίτιστη» Ανατολή. Κάτω υπό αυτές τις συνθήκες, στον δρόμο για την Αίγυπτο, συνέχισε την προέλασή του προς τις ενετικές κτήσεις, στέλνοντας στρατό να καταλάβει τα Επτάνησα, προκειμένου να θέσει τις βάσεις της μεσογειακής κυριαρχίας που επιθυμούσε να αποκτήσει.

Τον Ιούνιο του 1797, η άφιξη των Γάλλων στον λιμένα της Κέρκυρας σήμανε το τέλος της βενετικής κυριαρχίας, διάρκειας τεσσάρων αιώνων, και την αρχή της διάχυσης των ιδεών του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, αρχικά στα Ιόνια νησιά και μετέπειτα στον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο.

Σε αυτό το διάστημα, η γαλλική εμπλοκή φάνηκε, εκτός από τα Επτάνησα, και στις δυτικές ακτές της Στερεάς Ελλάδας και της Ηπείρου, καθώς και στην Πελοπόννησο, με την αποστολή μεγάλων ποσοτήτων πολεμοφοδίων στους υπόδουλους Έλληνες. Το 1792, ξεκίνησε η αποστολή οπλισμού στην Πελοπόννησο, στο Πόρτο Βοιτύλο της Μάνης· στη συνεχεία, την περίοδο 1796-1799 στην Καρδαμύλη και, το 1801, προς τον γνωστό κλεφταρματολό της Πελοποννήσου, Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη (ή Βαρβιτσιώτη, σε μερικές πηγές), στο Μαραθονήσι. Ο Ζαχαριάς στρατολόγησε στο αρματολίκι του σπουδαίους αγωνιστές – όπως τους Νικηταρά, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Θανάση Πετιμέζα, Αναγνωσταρά κ.ά. Με τη βοήθεια και των τριών τελευταίων, κατάφερε να ενώσει κλέφτες και αρματολούς, υπό την Ομοσπονδία των Αρματολών της Πελοποννήσου, που με τα πολεμοφόδια εκ Γαλλίας εναντιώθηκαν στην Υψηλή Πύλη. Επιπλέον, μεγάλες ποσότητες μεταφέρθηκαν και το 1802 στους Σουλιώτες, οι οποίοι τα παρέλαβαν στην Πάργα και τα μετέφεραν στο Σούλι, εν μέσω μεγάλων κινδύνων, λόγω της σφοδρής αντιπαλότητάς τους με τον Αλή πασά.

Εκτός της υλικής βοήθειας, το 1798, στην Κέρκυρα πραγματοποιήθηκε η εκπαίδευση των ντόπιων Ελλήνων, άμαχων εθελοντών, στη χρήση πεδινού πυροβόλου και στις τακτικές κινήσεις πεζικού από γαλλικά τμήματα, υπό τον Γάλλο Στρατηγό Λουί Φρανσουά Σαμπώ (Louis François Jean Chabot), προκειμένου να είναι έτοιμοι σε πιθανή στρατολόγησή τους.

Από την εποχή των Ρωσοτουρκικών Πολέμων (1768-1774, 1788-1792), αρκετές οικογένειες της Πελοποννήσου και της Ηπείρου, με μεγάλη πολεμική εμπειρία, είχαν καταφύγει στα βενετοκρατούμενα και εν συνεχεία γαλλικά Επτάνησα, όπου μερικοί εξ αυτών συμμετείχαν στους πολέμους του Ναπολέοντα (1803-1815), ενώ άλλοι διατηρούσαν επαφές μαζί του. Δύο από τις κυριότερες οικογένειες της Μάνης –οι Μαυρομιχαλαίοι και οι Γρηγοράκηδες– αλληλογραφούσαν με τον Βοναπάρτη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επιστολή που στάλθηκε από τον μπέη της Μάνης, Ζανέτο Γρηγοράκη, όταν ο Ναπολέοντας βρισκόταν στην Ιταλία, τον Ιούλιο του 1797, με την οποία του διεμήνυε την πρόθεσή τους, αφενός, να συνεργαστούν κατά των Οθωμανών και, αφετέρου, να διαθέσουν τα λιμάνια της Μάνης στην υπηρεσία των Γάλλων – οι τελευταίοι τα χρησιμοποίησαν κατά την εισβολή και την επιστροφή τους από την Αίγυπτο. Στο πλαίσιο της συνεργασίας τους, ο μπέης της Μάνης έστειλε τον γιο του, Πιέρρο, μαζί με άλλους Μανιάτες στην Ιταλία, με σκοπό να λάβουν στρατιωτική εκπαίδευση και, ακολούθως, να πολεμήσουν στις τάξεις των γαλλικών στρατευμάτων.

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ

Το 1798, ο Γαλλικός Στρατός, υπό τον Ναπολέοντα, διερχόμενος από τα λιμάνια των Επτανήσων και της Πελοποννήσου, αποβιβάστηκε στην Αίγυπτο, όπου αντιμετώπισε τους Μαμελούκους στη Μάχη των Πυραμίδων. Την πολεμική προσπάθεια των Γάλλων ενίσχυσαν και ελληνικά πλοία, υπό τον Νικόλαο Παπάζογλου, τα πληρώματα των οποίων ήταν Έλληνες ναυτικοί. Μετά το πέρας της μάχης και τη νίκη του Ναπολέοντα, οι Έλληνες προσχώρησαν στο πλευρό του, συγκροτώντας την Ελληνική Λεγεώνα. Επρόκειτο πλέον για ένα τακτικό γαλλικό σώμα, οι άνδρες του οποίου φορούσαν γαλλική στολή και λάμβαναν στρατιωτική εκπαίδευση κατά τα γαλλικά πρότυπα. Το σώμα αυτό ήταν που ενέπνευσε τον Κοραή να εκθειάσει τους Έλληνες αγωνιστές μέσω των ανώνυμων φυλλαδίων του –«Άσμα Πολεμιστήριον των εν Αιγύπτω περί ελευθερίας των μαχόμενων Γραικών», του 1800, και «Σάλπισμα Πολεμιστήριον», του 1801– και να παροτρύνει και άλλους να ταχθούν στο πλευρό της Γαλλίας. Ο Αδαμάντιος Κοραής έβλεπε στο πρόσωπο τού Ναπολέοντα τον νέο Μέγα Αλέξανδρο, ο οποίος θα μπορούσε να επέμβει, να απελευθερώσει και να ενώσει τον υπόδουλο Ελληνισμό.

Τελικά, η εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο έλαβε τέλος μετά τη Ναυμαχία του Αμπουκίρ, τον Αύγουστο του 1798, όπου ο στόλος των Γάλλων ηττήθηκε από τον βρετανικό του Ναυάρχου Νέλσονα, σηματοδοτώντας την κυριαρχία των Βρετανών στη Μεσόγειο. Έναν χρόνο αργότερα, γνωρίζοντας ότι η μάχη για την επικράτηση στο έδαφος των Φαραώ είχε φθάσει στο τέλος, ο Βοναπάρτης επιβιβάστηκε, μαζί με άλλους ανώτερους Γάλλους διοικητές, σε μια φρεγάτα, με προορισμό το Παρίσι. Η μεταστροφή της μεσογειακής πολιτικής του Ναπολέοντα, ο οποίος επικεντρώθηκε στην κεντρική Ευρώπη, προσπαθώντας να περιορίσει τη δύναμη των Αυστριακών και όχι να αποκόψει τις εμπορικές οδούς των Βρετανών, ανάγκασε τους Έλληνες, μαζί με τους Γάλλους, να εγκαταλείψουν την Αίγυπτο. Τα ένοπλα αυτά τμήματα, οι λεγόμενοι πλέον Κυνηγοί της Ανατολής, που αριθμούσαν περί τους 400 πολεμιστές, κατέφυγαν στα νησιά του Ιονίου, από όπου επέδραμαν στην Ήπειρο και τη Δαλματία, ενώ, είκοσι χρόνια αργότερα, διαπεραιώθηκαν στην Πελοπόννησο, συμμετέχοντας στην Επανάσταση.

Η επέμβαση του Ναπολέοντα επηρέασε πολύ σημαντικά τη Μεσόγειο, αλλά και το Αιγαίο, καθώς ανέτρεψε τους συσχετισμούς δυνάμεων στην ανατολική πτέρυγα, κυρίως σε εμπορικό επίπεδο, ευνοώντας τους υπόδουλους Έλληνες. Η γαλλική εισβολή στην Αίγυπτο διέκοψε τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ Βρετανίας και Ινδίας. Επιπροσθέτως, λόγω των εκατέρωθεν εμπορικών αποκλεισμών των εμπόλεμων κρατών και της ελαχιστοποίησης της πειρατικής απειλής, η ελληνική ναυτιλία ανέλαβε να τροφοδοτήσει τις στερημένες αγορές της Ευρώπης με τρόφιμα και σιτηρά από τα παράλια του Ευξείνου και την Αίγυπτο. Εκμεταλλευόμενη τις συγκυρίες, άνθισε και συσσώρευσε σημαντικό πλούτο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι αγρότες να εγκαταλείψουν τις εστίες και τις ασχολίες τους στην ύπαιθρο, προκειμένου να ενταχθούν στον πρόσφατα αναπτυσσόμενο κλάδο του εμπορίου. Μάλιστα, προϊόντος του χρόνου, ο αριθμός εκείνων που προέρχονταν από τον αγροτικό χώρο και επέλεξαν να ασχοληθούν με το εμπόριο αυξανόταν με γεωμετρική πρόοδο. Ως εκ τούτου, σημαντική συνέπεια των πολέμων του Ναπολέοντα για την, υπό οθωμανικό έλεγχο, ελληνική κοινωνία υπήρξε η κατανομή του οικονομικού πλούτου και σε άλλες τάξεις, όπως εκείνες των εμπόρων και των τεχνιτών, πλην των μεγάλων γαιοκτημόνων (κοτζαμπάσηδων).

Η ενασχόληση των Ελλήνων με το εμπόριο, καθώς και οι αλλαγές στην κοινωνική τους υπόσταση, αποτέλεσαν σημαντικό βήμα για την πρωτόγνωρη στροφή στην παιδεία, με την ίδρυση νέων σχολείων, πύκνωση της ζήτησης για μάθηση και έκδοση εντύπων, όπως εφημερίδες και εγκυκλοπαίδειες. Οι Έλληνες λόγιοι, εντός και εκτός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διαμόρφωσαν τον ελληνικό Διαφωτισμό στα πρότυπα του ευρωπαϊκού, διακηρύσσοντας την ελευθερία και την ισότητα. Εκτός από τη διακίνηση υλικών αγαθών, οι έμποροι αποτέλεσαν φορείς ιδεών που άρχισαν να αφυπνίζουν την εθνική συνείδηση των Ελλήνων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η άποψη του Κολοκοτρώνη, ο οποίος θεωρεί ότι ο Ναπολέων διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ελληνικής εθνικής συνείδησης, καθώς, όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του: «Η γαλλική επανάσταση και ο Ναπολέων έκαμε, κατά την γνώμη μου, να ανοίξουν τα μάτια του κόσμου».

Η ΕΝΘΡΟΝΙΣΗ ΤΟΥ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ

Στα τέλη του 1799, η επιστροφή του Ναπολέοντα στο Παρίσι σήμανε την αντίστροφη μέτρηση για την αναρρίχησή του στον γαλλικό θρόνο. Στις 9 Νοεμβρίου του 1799, ο Ναπολέοντας διορίσθηκε πραξικοπηματικά ύπατος, μαζί με τους Σιεγές και Ντυκό, έχοντας πλέον στα χέρια του την εξουσία. Η μεγάλη αποδοχή του από τον λαό εξαργυρώθηκε, αφενός, το 1802, όταν κατάφερε να γίνει ισόβιος ύπατος, και, αφετέρου, στις 2 Δεκεμβρίου του 1804, όταν στέφθηκε αυτοκράτορας της Γαλλίας ως Ναπολέων Α’.

Έφθασε τελικά η στιγμή για να θέσει σε ισχύ τον μεγαλεπήβολο στόχο του, που δεν ήταν άλλος από την κυριαρχία της Γαλλίας στην Ευρώπη. Εμπόδιο στα επεκτατικά του σχέδια υπήρξε η συμμαχία μεταξύ Βρετανίας, Ρωσίας και Αυστρίας, προκειμένου να θέσουν τέλος στην αναθεωρητική του πολιτική – οι δυο πρώτες επικεντρώθηκαν στις επιχειρήσεις στη βόρεια Ιταλία και τα Επτάνησα, ενώ η τελευταία στην κεντρική Ευρώπη.

Η Επτάνησος Πολιτεία δημιουργήθηκε στις αρχές του 1800 από τον ρωσο-οθωμανικό συνασπισμό και για μια οκταετία αποτέλεσε το ανάχωμα εναντίον της γαλλικής επεκτατικότητας στην ανατολική Μεσόγειο. Πολλοί Έλληνες συμμετείχαν στο πλευρό των Ρώσων στον πόλεμο κατά των Γάλλων, με την ελπίδα ότι στο τέλος του πολέμου οι Ρώσοι θα βοηθούσαν στην απελευθέρωση της πατρίδας τους από τον οθωμανικό ζυγό. Είναι τα χρόνια στα οποία οι Έλληνες οπλαρχηγοί, αλλά και ολόκληρες φαμίλιες, μεταπηδούν από τους Γάλλους στους Ρώσους και μετέπειτα από τους Γάλλους στους Βρετανούς, με σκοπό να κάνουν το όνειρό τους πραγματικότητα, δηλαδή να δουν την πατρίδα τους ελεύθερη, έχοντας τη βοήθεια μιας χριστιανικής δύναμης, απαλλάσσοντάς τους από την τυραννία του σουλτάνου.

Συγκεκριμένα, το 1803, με την πτώση του Σουλίου, 2.000 Σουλιώτες διαπεραιώθηκαν στα Επτάνησα από την Πάργα, όπου σχημάτισαν την Πεζική Λεγεώνα Ελαφρών Κυνηγητών, υπό ρωσική διοίκηση. Η δράση της λεγεώνας υπήρξε σημαντική στην εκστρατεία του φθινοπώρου του 1805 στην Ιταλία για την κατάληψη της Γένοβας, στο πλευρό των Ρώσων και των Βρετανών εναντίον των Γάλλων. Συμμετείχαν επιφανείς Έλληνες αγωνιστές, που μνημονεύονται έως και σήμερα για τα επαναστατικά τους κατορθώματα, όπως ο Νικήτας Σταματελόπουλος (Νικηταράς) και ο Φώτος Τζαβέλας.

Επιδίωξη του Ναπολέοντα ήταν η καθυπόταξη της Βρετανίας, εισβάλλοντας στο νησί, προκειμένου να κυριαρχήσει στη Μεσόγειο και τη νότια Ευρώπη. Ωστόσο, η ήττα των Γάλλων στη Ναυμαχία του Τραφάλγκαρ, το 1805, αφενός, έβαλε τέλος –προτού αρχίσουν οι χερσαίες επιχειρήσεις– στα υπερφίαλα σχέδια του Γάλλου μονάρχη για τη συντριβή της Βρετανίας και, αφετέρου, σηματοδότησε την αρχή της βρετανικής κυριαρχίας στη Μεσόγειο για τα επόμενα 150 χρόνια, αναγκάζοντας τη Γαλλία να αρκεστεί σε δευτερεύοντα ρόλο. Με την απώλεια της κύριας ναυτικής του δύναμης στο Τραφάλγκαρ, ο Βοναπάρτης στράφηκε στον χερσαίο πόλεμο. Η μεγάλη αναδιοργανωμένη γαλλική στρατιά σάρωσε τα πάντα στον διάβα της κατά μήκος της Γηραιάς Ηπείρου με τέτοια ταχύτητα, που άφησε άναυδους τους αντιπάλους της.

Προσωπογραφία του Κάρολου Φαβιέρου (Λιθογραφία του Καρλ Κρατσάιζεν, Αίθουσα Ελευθερίου Βενιζέλου, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Ο θρίαμβος του Ναπολέοντα στο μακρινό Αούστερλιτς, το 1805, επηρέασε την κατάσταση στην Ιταλία, αναγκάζοντας την Πεζική Λεγεώνα Ελαφρών Κυνηγητών των Σουλιωτών να υποχωρήσει και να αποβιβαστεί στις δαλματικές ακτές. Εκεί έλαβε μέρος στην άκαρπη πολιορκία τής, υπό γαλλικό έλεγχο, πόλης Ραγούζα (Dubrovnik), όπου αντιμετώπισε τους Κυνηγούς της Ανατολής, υπό τον Παπάζογλου –στις τάξεις των οποίων είχε ενταχθεί και ο Γάλλος Ταγματάρχης Σαρλ Φαμπιέ (Charles Fabvier), γνωστός κατά την Επανάσταση ως Φαβιέρος–, που πολεμούσαν στο πλευρό των δυνάμεων του Γάλλου Στρατάρχου Φρειδερίκου Λουδοβίκου ντε Βις Μαρμόν (Frédéric Louis de Viesse Marmont).

Το 1806, ξέσπασε νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος, από τον οποίο αξίζει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στην πολιορκία του κάστρου της Αγίας Μαύρας (Λευκάδα), καθώς οι υπερασπιζόμενοι Ρώσοι και το απόσπασμα της Λεγεώνας των Σουλιωτών είχαν στο πλευρό τους τον Ιωάννη Καποδίστρια – απεσταλμένος της Ρωσίας και μετέπειτα πρώτος Κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Τη διετία 1806-1807, οι εκστρατείες του Ναπολέοντα κατά της Πρωσίας Μάχες Ιένα και Άουερσταντ με την κατάληψη του Βερολίνου, στις 24 Οκτωβρίου του 1806, και της Πολωνίας –με την πολύνεκρη Μάχη του Εϊλάου– τον έφεραν στο απόγειο της πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος του, ελέγχοντας την Ευρώπη από τη Μάγχη μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας.

Μετά τη Συνθήκη του Τίλσιτ, το 1807, ο Γάλλος μονάρχης κυριάρχησε στην ηπειρωτική Ευρώπη, με τη Βρετανία να είναι η εναπομένουσα δύναμη που συνέχιζε να αψηφά την κυριαρχία του. Απόρροια της συνθήκης αυτής ήταν η επιστροφή των Επτανήσων στη γαλλική κυριαρχία.

Νικόλαος Σιδηρόπουλος
Απόσπασμα από το εκτενές άρθρο με τίτλο
«Οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι και η επίδρασή τους
στην Ελληνική Επανάσταση»
Περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία,
τεύχος Μαρτίου 2021 (τ. 283)

Ο Νικόλαος Σιδηρόπουλος είναι απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων και του Πανεπιστημίου Αιγαίου, του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών, με κατεύθυνση Διεθνών Σχέσεων και Οργανισμών.

Το περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γκοβόστη (τιμή τεύχους €5,00).

 

Περισσότερα Εδω

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο