“Κυρασολένη”: Η επιτυχία οδήγησε στην επανεκτύπωση – 10 παραμύθια για μικρά και μεγάλα παιδιά

by admin
7 views

Την πρώτη της επανεκτύπωση έκανε η “Κυρασολένη” ή αλλιώς “δέκα καριώτικες παραμυθο-ιστορίες για μικρά και μεγάλα παιδιά”. Πρόκειται για ένα συλλογικό έργο από τον Ηλία Γιαννίρη, τη Δέσποινα Σιμάκη, την Αγγελική Παριάρου, τη Φρόσω Χωριάτη και την Άννα Καλαλή, που μετά την πρώτη κυκλοφορία το 2016, η επιτυχία του βιβλίου, οδήγησε στην επανέκδοση του.

Είναι άλλωστε εποχές που χρειαζόμαστε τα πραγματικά και τα καλά παραμύθια που προέρχονται από την πλούσια πολιτιστική παράδοση του τόπου μας, για να “ταξιδέψουμε” σε άλλα επίπεδα, με οδηγό τη φαντασία και τα χρώματα, γιατί το βιβλίο έχει μέσα από το λόγο του “χρώματα” σε κάθε παραμύθι που περιλαμβάνεται στις σελίδες του.

Όπως αναφέρεται μεταξύ άλλων στο οπισθόφυλλο του βιβλίου:

“Κάτι βράδια στο νησί……
οι γνωστοί ήρωες των παραμυθιών ξεχνιούνται και σμιλεύονται ιστορίες με πρωταγωνιστές τον φοβογιώργη, τον κυρ-Αντώνη, τη Ρηνιώ, τη Φυλομένη που ζει στον κόσμο ενός ξεχωριστού δέντρου, το παιδί που οι ντόπιοι το φώναζαν Κλωνή, το καριώτικο μυρμηγκάκι. Οι πολιτείες δεν ορίζονται με τείχη αλλά με ακροδάφνες, οι πειρατές μοιάζουν με τους καρκάνζαρους, το φόντο δεν είναι πια ένα κάστρο, μα απλά το στέκι του Τσινιάου.

Για το βιβλίο μας μίλησαν με αφορμή την επανέκδοσή του ο Ηλίας Γιαννίρης και η Άννα Καλαλή.

Ηλίας Γιαννίρης: “Η Κυρασολένη είναι μια έκδοση που έχει κάτι και από τους 5 συγγραφείς. Η ιδέα ξεκίνησε το 2016. Μαζευτήκαμε, ταξιδέψαμε με τα Καριώτικα παραμύθια που γράψαμε, φανταστήκαμε, γελάσαμε. Είναι μια έκδοση 100% Καριώτικη (συγγραφείς, εκδότης, εικονογράφηση, γραφιστικά), που μάλιστα επαινέθηκε, μεταξύ άλλων και από τον Καθηγητή Λαογραφίας Μιχάλη Μερακλή. Τώρα ταξιδεύει στη δεύτερη έκδοσή της. Είναι παραμυθοϊστορίες που γράψαμε χρησιμοποιώντας απλά στοιχεία της Ικαριακής γης και παράδοσης”.

Άννα Καλαλή: “Η Κυρασολένη ξεκινάει πάλι το ταξίδι της. Όχημά της είναι η Ικαρία, με τη γη της, τη θάλασσά της, τις μυρωδιές της, τ’ ακούσματά της , τις ανάσες και τις ιστορίες των ανθρώπων της, τις αλλοτινές, τις τωρινές και τις μελλούμενες, έτσι όπως τις ακούσαμε, έτσι όπως τις αφουγκραζόμαστε, έτσι όπως θα τις φανταστούμε: με μια κόκκινη κλωστή παραμυθιού κι ένα ουράνιο τόξο μετά τη βροχή”.

Στο βιβλίο υπάρχει και “γλωσσάρι”, αφού τα προερχόμενα από την ικαριακή παράδοση παραμύθια έχουν ιδιωματισμούς που στους μη μυημένους στη ντοπιολαλιά, ενδέχεται να δημιουργήσουν δυσκολίες κατανόησης, που όμως η επιλογή αυτή, αντιμετωπίζει επιτυχώς αυτό το ενδεχόμενο

από τον κύκλο των εκδηλώσεων – βιβλιοπαρουσιάσεων του 2016

Από τον πρώτο κύκλο ζωής του βιβλίου και της εκδηλώσεις εκείνης της εποχής παρουσιάζουμε τις εισηγήσεις του συγγραφέα Γιάννη Παπαγιάννη, του εκπαιδευτικού Γιώργου Πλακίδα και του ομότιμου καθηγητή Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Μιχάλη Μερακλή, που αναφέρονται στα περιεχόμενα της “Κυρασολένης”

Κείμενο Γιάννη Παπαγιάννη

Η κυρασολένη, αν κατάλαβα καλά, αν και πρώτη φορά άκουσα τον όρο, είναι το ουράνιο τόξο. Αυτή ήταν η βάση επάνω στην οποία πλέχτηκε η εξαιρετική ιδέα πέντε συμπατριωτών μας: να γράψουν μια σειρά από παραμύθια – ιστορίες, οι οποίες, με κάποιον τρόπο, να εμπλέκουν την Ικαρία στην αφήγησή τους. Με άξονα λοιπόν την κυρασολένη, η οποία εμφανίζεται σποραδικά στις ιστορίες, δίνοντας τον ρυθμό και το τέμπο στα παραμύθια, οι πέντε συγγραφείς έγραψαν από 2 ιστορίες και μας παρουσιάζουν ένα σύνολο δέκα παραμυθιών. Η υφολογική και θεματική διαφοροποίηση των συγγραφέων όχι μόνο δεν μειώνει το εγχείρημα, αλλά αντίθετα του δίνει ποικιλία και πνοή. Άλλωστε είναι ορατός ο κοινός οραματισμός των πέντε, αφού το βιβλίο, παρ’ ότι προέρχεται από διαφορετικά δημιουργήματα διαφορετικών ανθρώπων διατηρεί, χάρη και στην καλαίσθητη έκδοση και εικονογράφηση, μια ενιαία φόρμα, ένα δικό του ύφος. Εξαιρετική επίσης η ιδέα των δημιουργών, να τοποθετήσουν ως ήρωες των ιστοριών τους μορφές της Ικαριακής μυθολογίας και γλυπτά όπως η γοργόνα ή η σκέψη του Ίκαρη ή την λουόμενη του Κώστα Γεωργακά και, φυσικά, πάνω από όλα, τον ίδιο τον Ίκαρο.

Η Δέσποινα Σιμάκη είναι η συγγραφέας που ξεκινάει τον τόμο. Και στα δύο διηγήματα που έχει γράψει, όπως άλλωστε και σε άλλα κείμενα που έχει κατά καιρούς δημοσιεύσει, είναι εμφανής η προσπάθειά της να διασώσει την Ικαριακή διάλεκτο, μια από τις πολύ σημαντικές διαλέκτους των νησιών, η οποία δυστυχώς χάνεται. Θα επιμείνω σε αυτήν την πολύ σημαντική συνεισφορά της Δέσποινας Σιμάκη, η οποία ανασύρει και διασώζει όχι μόνο ένα πλούσιο λεξιλόγιο αλλά και έναν διαφορετικό εκφραστικό δρόμο. Και πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν είναι πολλοί ούτε στο παρελθόν ούτε, πολύ περισσότερο, στο παρόν, οι άνθρωποι που τολμούν να γράψουν στο Ικαριακό ιδίωμα, με δεδομένο ότι οφείλεις να γνωρίζεις κάτι πολύ καλά για να το χρησιμοποιήσεις αφηγηματικά. Πρωταγωνιστές και στα δύο παραμύθια της Δέσποινας Σιμάκη, άνθρωποι διαφορετικοί, απομονωμένοι από τις κοινωνικές ομάδες.

Ο Φώτης το κλωνί, αδύναμος τόσο που τον παίρνει ο αέρας, το γαλάζιο φίδι, ένα φίδι που λόγω του χρώματός του δεν γίνεται αποδεκτό από τα άλλα φίδια, ο κυρ Αντώνης, ένας γέροντας απομονωμένος κι αντικοινωνικός, γίνονται οι ήρωες μέσα από τις ιστορίες των οποίων η συγγραφέας θα μας δείξει τη σημασία της διαφορετικότητας. Τα κείμενα της Δέσποινας Σιμάκη έχουν αφηγηματική επάρκεια κι αποδεικνύουν, παρά την απλή μορφή τους, πολύχρονη πεζογραφική προσπάθεια και γνώση των αφηγηματικών χρόνων ή αλλιώς, όπως είχε πει με απλότητα ο Καβάφης: γνωρίζει τι να πει, τι να μην πει και σε τι να σταθεί η προσοχή του αναγνώστη.

Τον Ηλία Γιαννίρη, ο οποίος ακολουθεί, τον γνώρισα πολύ πρόσφατα και διάβασα την μοναδική, απ’ ό,τι βλέπω στο βιογραφικό του, ποιητική συλλογή. Θεωρώ ότι είναι ένας άνθρωπος με ταλέντο, ιδιαίτερη, διαφορετική ματιά και πρωτότυπες ιδέες. Τα δύο παραμύθια του διαφοροποιούνται από τα υπόλοιπα κείμενα του βιβλίου κι απομακρύνονται από την καθιερωμένη θεματολογία των παραμυθιών. Δεν μπορώ να πω ότι δεν με ξάφνιασε θετικά και δεν ζήλεψα την ιδέα του πρώτου παραμυθιού του, της «γραμμής».

Εδώ πρωταγωνιστεί μια ευθεία γραμμή, η οποία κατορθώνει να κρυφτεί ως ευθεία που είναι σε ποικίλα αντικείμενα τα οποία έχουν ως σχήμα ευθείες και τελικά να ταξιδέψει στην Ικαρία κρυμμένη στην ίσαλο γραμμή των καραβιών, η οποία φυσικά είναι ευθεία. Αλλά και το δεύτερο παραμύθι του, όπου πρωταγωνιστεί ένας τυφλός κι ένα μερμήγκι το οποίο μιλάει και εγκαθίσταται στο αυτί του τυφλού έτσι ώστε να του δίνει πληροφορίες για τον έξω κόσμο, είναι μια ιδέα που έχω την εντύπωση ότι δεν την έχω ξανασυναντήσει, πράγμα σπάνιο σε μια πληθώρα πεζογραφημάτων που, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει παρθενογέννεση στην τέχνη, δεν μπορούν παρά να επαναλαμβάνονται.

Η Φρόσω Χωριάτη, όπως αναφέρει στο βιογραφικό της, εκδίδει για πρώτη φορά. Αυτό που μπορούμε να παρατηρήσουμε στα κείμενά της, είναι μια γλωσσική ορθότητα, μια γραφή ακριβής, λιτή, χωρίς γλωσσικούς αυτοσχεδιασμούς, η οποία μπορεί να ανταποκριθεί με απόλυτη επάρκεια στις απαιτήσεις των ιστοριών της. Στην αφηγηματολογία της, στο «δώρο της ζωής» έχουμε μια κλασσική αφήγηση παραμυθιού, με μοίρες και ξωτικά που συνδέονται με τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης Ικαρίας. Στο δεύτερο παραμύθι της, το όνειρο της Ρηνιώς, έχουμε μια ιστορία πολύ πιο ανθρώπινη και πολύ πιο κοντά στο διήγημα, όπου η αναπηρία ενός κοριτσιού μπορεί να αναπληρωθεί, όπως σε κάθε άνθρωπο, από άλλα ταλέντα.

Η Αγγελική Παριάρου έχει ήδη εκδώσει ένα βιβλίο. Στο πρώτο της διήγημα, ήρωας είναι το μυθικό πρόσωπο που δεν θα μπορούσε να λείψει: ο Ίκαρος. Παίζοντας ανάμεσα σε δύο χρόνους, στον μύθο και στο σήμερα, η Αγγελική Παριάρου καταφέρνει να συνδέσει το παραμύθι με την πραγματικότητα και τις ιστορίες της μυθολογίας με την μυθολογία του σήμερα. Αυτό που αναδεικνύεται έντονα στο κείμενο, είναι η ανάγκη της φυγής και του ταξιδιού, η αδυναμία του ήρωα να μείνει στα κοινά και τετριμμένα. Στο δεύτερο παραμύθι, με τον εύγλωττο τίτλο «η ήττα του χρόνου», ένας δεύτερος Οιδίποδας αποκαθηλώνεται και χάνει την δόξα και τα πλούτη του από την δική του βλασφημία, η οποία είναι η έπαρσή του απέναντι στον χρόνο.

Στα παραμύθια της Άννας Καλαλή, η οποία κλείνει τον τόμο, κυριαρχεί μια γραφή ιμπρεσιονιστική, μια γλωσσική επιδεξιότητα και καλλιέπεια η οποία γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στο παραμύθι που κλείνει τη συλλογή και δεν είναι ακριβώς παραμύθι. Στο πρώτο της κείμενο, το «Ελυνέερ ή το σπιτοκάθισμα του φοβογιώργη», έχουμε περισσότερα στοιχεία παραδοσιακού παραμυθιού και επίσης περισσότερα γλωσσικά στοιχεία της Ικαριακής ιδιολέκτου.

Η Κυρασολένη σχεδιάστηκε και κατόρθωσε να γίνει ένα ταξίδι. Το σύνολο των παραμυθιών ανεξάρτητα από το προσωπικό ύφος και τα πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα του κάθε συγγραφέα, κατορθώνει να δημιουργήσει μία ατμόσφαιρα, έναν διαφορετικό, φαντασιακό κόσμο στον οποίο καλείται να βυθιστεί ο αναγνώστης. Είναι ένα βιβλίο ξεχωριστό, που διαφοροποιείται από τα συνήθη εκδοτικά πεπραγμένα και μας οδηγεί σε ένα φαντασιακό ταξίδι με άξονα και θέμα το νησί μας. Αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω όλη τη συγγραφική ομάδα που με κάλεσε να μιλήσω για αυτό το βιβλίο και να τους συγχαρώ για την ιδέα και για την προσπάθεια. Σας ευχαριστώ.

Γιάννης Παπαγιάννης

Κείμενο Γιώργου Πλακίδα

Ευχαριστώ ιδιαίτερα τους αγαπητούς φίλους συγγραφείς για την τιμή που μου έκαναν ζητώντας μου να συμμετάσχω στην παρουσίαση του βιβλίου τους.
Τα τελευταία χρόνια το νησί μας έχει γίνει γνωστό για τα πανηγύρια του και για το χαλαρό τρόπο ζωής. Να όμως που πέρα απ’ αυτόν το χαρακτήρα, που φοβάμαι ότι τον πουλάμε και λίγο σαν φολκλόρ, μπορεί να δημιουργεί και πολιτισμό. Άλλωστε είναι κι αυτό ένα από τα δώρα που απλόχερα χάρισαν οι Μοίρες στους Καριώτες, όπως θα δούμε παρακάτω.

Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα είναι αποτέλεσμα της δουλειάς 5 νέων συγγραφέων. Δέκα υπέροχες ιστορίες που πατούν πότε σε ιστορικά γεγονότα, πότε στο μύθο, πότε στην προφορική παράδοση αλλά πάνω απ’ όλα στη μυθοπλαστική ικανότητα των δημιουργών τους.

Όποιος διαβάσει το βιβλίο θα αναγνωρίσει μέσα σ’ αυτό κάποια δική του ανάμνηση. Κάποιο πρόσωπο, κάποια ιστορία ή κάποιο γεγονός που έζησε κι ο ίδιος, που άκουσε να του το διηγούνται ή που σε κάποια φάση της ζωής του (κι αυτό είναι το μαγικό) το ονειρεύτηκε.

Το βιβλίο είναι ένα ταξίδι της Ικαρίας στους αιώνες. Όχι όμως μόνο της πραγματικής Ικαρίας, που θα αφορούσε ίσως μόνον τους ντόπιους αλλά και μιας φανταστικής Ικαρίας, μιας ουτοπικής πολιτείας, όπου όλοι θα ονειρευόντουσαν να ζήσουν. Ιστορίες για τη φύση, για τις ανθρώπινες επιθυμίες και τα όρια, ιστορίες για τα όνειρα, για τη διαφορετικότητα, ιστορίες για τη φυγή και για το νόστο, ιστορίες βαθιά ανθρώπινες που συμβαίνουν κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του ουράνιου τόξου, της κυρασολένης του τίτλου. Όλες, ιστορίες που ακροβατούν ανάμεσα στο ρεαλισμό και το όνειρο.

Στην Ικαρία λοιπόν συναντιούνται, όπως μας λέει η Αγγελική, ο ονειροπόλος Ίκαρος που προκαλεί τη μήνι των θεών, με τον απόκληρο του Ολύμπου Διόνυσο· η ανθρώπινη δηλ. επιθυμία για την ελευθερία και το άπιαστο με τίμημα ακόμη και την ίδια τη ζωή που τη συμβολίζει ο Ίκαρος , με τη θεϊκή επιθυμία για τη φλόγα της πραγματικής ζωής που τη συμβολίζει ο Διόνυσος. «Το θεϊκό και το ανθρώπινο γίνονται ένα» στην Ικαριά.

Γι αυτό την επέλεξε κι ως κατοικία της η Φυλλομένη, η νύμφη του δάσους, που κατόρθωσε να πετύχει το άπιαστο όνειρο όλων των ανθρώπων, όλων των εποχών: να νικήσει το χρόνο. Αυτό που με τόση λαχτάρα αναζήτησαν μάταια βασιλιάδες και ποιητές (όπως λέει κι ο Γκάτσος). Και η Φυλλομένη το πέτυχε χωρίς καν να μιλάει· χωρίς καν να συμβουλεύει, χωρίς να κάνει κήρυγμα και να υπαγορεύει λύσεις· ζωντανεύοντας μόνο ιστορίες, αφήνοντάς τες «να πετάξουν μπροστά στον καλότυχο ακροατή» όπως κάνουν με εξαίρετη μαστοριά και οι 5 φίλοι μας.

εκδήλωση “Κυρασολένης” στην Ικαρία

Σ’ αυτό το νησί λοιπόν, το νησί της λήθης και της ξενοιασιάς, διάλεξαν και οι μοίρες, μας λέει η Φρόσω, να αφήσουν τα δώρα τους. Γλιστρώντας στη ράχη της Κυρασολένης, του ουράνιου τόξου δηλ., κατέβηκαν στην Ικαριά. Αφού οι φτωχοί κάτοικοι του νησιού μοιράστηκαν μαζί τους με την ψυχή τους ό,τι είχαν και δεν είχαν κι αφού έφαγαν, ήπιαν, χόρεψαν και γλέντησαν μαζί τους, οι Μοίρες τους άφησαν ένα χρυσό μπαούλο με τα δώρα τους, την μακροζωία, την αγάπη για την ομορφιά και τη γνώση, την υπομονή και τη σοφία. [Ίσως κάποιοι , όχι ντόπιοι, που είναι μαζί μας απόψε, να δυσανασχετήσουν και να θεωρήσουν εμάς τους καριώτες λιγάκι επηρμένους. Αλλά τι να κάνουμε; Η αλήθεια είναι πως όλες αυτές τις αρετές τις έχουμε… Γιατί να το κρύψομεν άλλωστε;;;

Η αγάπη για τη γνώση είναι που κάνει και το μυρμηγκάκι του Ηλία να ξεπεράσει τα όρια που του έβαλε η φύση. Το ίδιο όμως θα κατορθώσει κι ο τυφλός. Με την αγάπη του για τα πιο ταπεινά πλάσματα της φύσης θα μπορέσει να δει με τα δικά της μάτια (τα μάτια της φύσης) αν και τυφλός – μυστήριο ανεξήγητο ως τα σήμερα. Ίσως μάλιστα να είχε δει κι αυτός μαζί με τον Ίκαρο, τον αξάερφο, τη Σαράνταινα κι όλους τους σημαδιακούς κι αταίριαστους που λέει κι η Λούκαινα του Παπαδιαμάντη τη γραμμή που με εξαιρετική ποιητικότητα περιγράφει ο ίδιος συγγραφέας στην πρώτη του υπερρεαλιστική ιστορία.

Ξεχωριστές μορφές ανάμεσα στις άλλες η Ρηνιώ της Φρόσως κι ο Φώτης το κλωνί της Δέσποινας. Μοιάζουν λίγο με τους αλαφροΐσκιωτους του Σολωμού , και του Παπαδιαμάντη. Δυο παιδιά ξεχωριστά, διαφορετικά, που θα λέγαμε σήμερα, που σε μια εποχή χωρίς τη βοήθεια των ειδικών, κατακτούν με συγκινητικό τρόπο τη θέση τους στον κόσμο. Η Ρηνιώ το κατορθώνει με την αγάπη της για τη ζωή, ο Φώτης με τη βοήθεια του γαλάζιου φιδιού. Βγαλμένο από τις καλύτερες στιγμές της δημοτικής μας ποίησης το γαλάζιο φίδι, τόσο ζωντανό και τόσο συγκλονιστικά επίκαιρο, φορέας της συσσωρευμένης λαϊκής σοφίας αλλά, και με πολύ εύστοχο τρόπο, σύγχρονων παιδαγωγικών θεωριών θα μπορούσε κάλλιστα να μπει στα σχολικά εγχειρίδια για να το γνωρίσουν και να πάρουν θάρρος απ’ αυτό όλα τα παιδιά του κόσμου. Η συγκεκριμένη ιστορία είναι ένα εξαίρετο παιδαγωγικό παραμύθι (σελ. 7) Τι όμορφη ιστορία για τη διαφορετικότητα!

Υπέροχη όμως είναι κι μορφή του Κυρ Αντώνη· η αγάπη του για το γαϊδουράκι του και η μαγική ταύτισή του με τη φύση, ακόμη και με το σύμπαν, όπως πολύ εύστοχα υποψιάζονται τα παιδικά μάτια που τον παρακολουθούν (η αστεία ιστορία με τα ούφα έχει «νουν αληθείας» που λέει κι ο Κάλβος· άλλωστε πώς να μην «ψηλώσει ο νους σου» όταν βλέπεις τον ανέφελο νυχτερινό ουρανό της Ικαριάς; Και ζηλεύω τους παλιούς που μπορούσαν πραγματικά να χαίρονται τον έναστρο ουρανό χωρίς την ενοχλητική παρεμβολή του ηλεκτρικού φωτισμού). Όλα αυτά με συγκινούν ιδιαίτερα καθώς μου φέρνουν στο μυαλό τις παιδικές μου αναμνήσεις από τα καλοκαίρια στην Ικαριά που τα μοιραζόμουν ανάμεσα σε παιχνίδια με τους φίλους και τους «αξαέρφους» και ευλαβικές ακροάσεις στις παρυφές των συγκεντρώσεων των μεγάλων. Μου φέρνει ακόμη στο μυαλό τους ανθρώπους της δικής μου οικογένειας με την απίστευτη αγάπη τους για τα ζώα και για κάθε τι ζωντανό.

Ο μύθος και η ιστορία μπλέκονται αξεδιάλυτα και στις ιστορίες της Άννας. Πειρατές, εξόριστοι, νεράιδες, γοργόνες, ήρωες και ταπεινοί από τα χρόνια του Ίκαρου και της θλιμμένης μάνας της επιτύμβιας αρχαίας στήλης του Καταφυγιού μέχρι τις μέρες μας δικαιούνται να είναι πολίτες της πολιτείας του Ίκαρου, της Ικαριακής Πολιτείας, σύμφωνα με της απόφαση της δημογεροντέ. Ανάμεσα στο μύθο και την ιστορία ζει κι ο Ροδινός· μεγαλωμένος με τη μάνα του «καθώς που ο πατέρας του είχεν ηφύει δια να καρβουνοκάμει» πέφτει θύμα των Σαρακηνών πειρατών και γυρίζει μετά από χρόνια πολλά κι απίστευτες περιπέτειες στο νησί του. Θα περάσει από σκληρές δοκιμασίες για να ξαναφτιάξει το σπιτοκάθισμά του, θεμελιωμένο σε 2 κομμάτια ουρανό. Μέσα από τη ζωή του αναδύεται και η αγάπη του Καριώτη για δυο φαινομενικά αντίθετα όνειρα. Από τη μια το ρίζωμα στον τόπο του κι από την άλλη η γοητεία και η περιπέτεια του ταξιδιού ασκούν απίστευτη έλξη στην ψυχή του. Ο Ροδινός γυρίζει στη γενέθλια γη για να πιάσει το νήμα από και που το άφησε και να ριζώσει σαν δεντρί. « Όμως, όταν πλάγιαζε στην κοιμητέν του το βράδυ, νόμιζε πως κάτω αφ’ το μαξιλάρι του άκουε να τρέχουνε δελφίνια.»

10 διαφορετικές ιστορίες λοιπόν, από 5 διαφορετικούς συγγραφείς. Ο καθένας καταθέτει τη δική του εκδοχή και τη δική του γραφή. Κοινός τόπος οι υψηλού επιπέδου αφηγηματικές τεχνικές και των πέντε. Τριτοπρόσωπη αφήγηση και ζωντανός διάλογος εναλλάσσονται με εξαιρετική φυσικότητα και δεξιοτεχνία.

Δεν μένουν στο επίπεδο του φολκλόρ· στο επίπεδο ενός βιβλίου ευπώλητου στους καλοκαιρινούς τουρίστες, που αναζητούν απλοϊκές ιστορίες με τοπικό χρώμα. Οι ιστορίες τους έχουν χαρακτήρες πραγματικούς, ζωντανούς, όχι καρικατούρες. Κάποιες ιστορίες μου θυμίζουν –και το λέω χωρίς υπερβολή- σκηνές από διηγήματα του Παπαδιαμάντη.

Το καριώτικο ιδίωμα έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί από πολλούς ως ένα πιασάρικο εύρημα που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη[το ίδιο άλλωστε συμβαίνει με όλα τα τοπικά ιδιώματα σε άλλες γωνιές της Ελλάδας]. Εδώ ρέει αβίαστα. Σε πολλές ιστορίες, αν κλείσεις τα μάτια σου, ακούς έναν αγαπημένο παππού να σου λέει παραμύθια. Και κάτι τέτοιο, πιστέψτε με, δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολο.
Εξαιρετική όμως είναι και η εικονογράφηση· προσεγμένη στη λεπτομέρεια, δεν παίζει διακοσμητικό απλώς ρόλο. Αντίθετα συντελεί αποφασιστικά στη δημιουργία της ονειρικής ατμόσφαιρας του αναδύει τον βιβλίο. Πέρα από την αυθύπαρκτη αξία τους ως έργα τέχνης οι ζωγραφιές με την εύστοχη επιλογή του κειμένου που τις συνοδεύει, αποδίδουν κάθε φορά την ψυχή της ιστορίας.

Θα μου επιτρέψετε τέλος μια ξεχωριστή προσωπική αναφορά σε δυο από τους συγγραφείς του βιβλίου. Πριν από 6,7, άντε 8 χρόνια είχα μαθήτριες στο λύκειο του Ευδήλου, εδώ παραπάνω, δυο μικρά: το Δεσποινάκι και την Αγγελικούλα. Τη Δέσποινα τη Σιμάκη και την Αγγελική την Παριάρου. Νιώθω περήφανος και ευτυχής που τις είχα μαθήτριες. Ο δάσκαλος ποτέ δεν θα πλουτίσει από τη δουλειά του, αλλά είναι ο μόνος που μπορεί να νιώσει πλούσιος βλέποντας τα παιδιά του να προκόβουν. Ευχαριστώ λοιπόν από καρδιάς τα δυο κορίτσια και ζητώ συγγνώμη από τους άλλους φίλους για τη διάκριση, αλλά ….. καταλαβαίνετε.

Σας Ευχαριστώ πολύ

Πλακίδας Γιώργος

εκδήλωση “Κυρασολένης” στην Ικαρία

Μιχάλης Μερακλής, ομότιμος καθηγητής Λαογραφίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων:

“Εν μέσω πολλαπλών περισπασμών δέχθηκα ένα ευγενικό τηλεφώνημα από τις εκδόσεις Νότιος Άνεμος, με το ερώτημα, αν θα μπορούσα να λάβω μέρος στην παρουσίαση του βιβλίου Κυρασολένη…(ουράνιο τόξο). Είδα το όμορφο και τυπογραφικά βιβλίο με τις «δέκα καριώτικες παραμυθο-ιστορίες για μικρά και μεγάλα παιδιά», γραμμένες από τέσσερες κυρίες και τον κύριο Γιαννίρη, όλες γεμάτες αγάπη για την Ικαρία. Κι ένιωσα πως οφείλω να συμμετάσχω στην παρουσίαση, καθώς ένα από τα αντικείμενα των λαογραφικών μελετών μου είναι το λαϊκό παραμύθι.

Το λαϊκό παραμύθι τράβηξε κατά καιρούς και πολλούς λόγιους, κυρίως από τη δημοσίευση της συλλογής των δύο αδελφών Grimm (1812), ιδίως τους Ρομαντικούς συγγραφείς και ποιητές στη Γερμανία. Αλλά και πριν απ’ αυτούς με τη δημοσίευση (1696/97) των έξι λαϊκών παραμυθιών από τον Pezault, ενθουσιάστηκαν κυρίες της γαλλικής Αυλής και άλλες αριστοκράτισσες, που διαμόρφωσαν δικό τους είδος παραμυθιού, για τις νεραΐδες, τις οποίες ένας ειδικός παραμυθολόγος χαρακτήρισε εύγλωττα «αυλικές» αφού οι κυρίες που τα έγραφαν τις  παρίσταναν κομψά ντυμένες. Εντούτοις τα παραμύθια αυτά γνώρισαν μεγάλην  επιτυχία με πολλές εκδόσεις, σ’ ένα ανάλογο, αριστοκρατικό κοινό.

Και σήμερα Έλληνες συγγραφείς (κυρίως γυναίκες) της παιδικής λογοτεχνίας, όπου έχουν αναδειχθεί σημαντικά πρόσωπα, επιχείρησαν να γράφουν και παραμύθι, επώνυμο, κατ’ αντίθεση προς το ανώνυμο λαϊκό παραμύθι. Αλλά, όπως νομίζω, το επώνυμο παραμύθι δεν σημείωσε επιτυχία γιατί, όσα στοιχεία  παρέλαβαν οι συγγραφείς από το λαϊκό παραμύθι, έχασαν τον τόνο και τη δύναμή τους, από λόγους παιδαγωγικής δεοντολογίας και άλλους. Το λαϊκό παραμύθι που δεν είναι παιδαγωγικό, όπως εκλαμβάνεται συνήθως ο όρος αυτός ή καλύτερα είναι παιδαγωγικό με το δικό του τρόπο, με τη δική του ηθική (η οποία π.χ. επιτάσσει στο γιό να σκοτώσει την ίδια τη μητέρα του, μάλιστα με αποτρόπαιο τρόπο, αν αυτή συκοφαντούσε αποδεδειγμένα τη νύφη της).

Τέτοια, σχολική ας το πω, παιδαγωγική δεν βρήκα στα παραμύθια της παρούσας συλλογής, που είναι άλλωστε παραμυθο-ιστορίες κι απ’ αυτό το λόγο κατάλληλα αρμόδια είναι για μεγάλους». Ίσως εισάγουν οι παραμυθο-ιστορίες αυτές ένα νέο είδος παραμυθιού, γιατί ευνοούν κάτι τέτοιο, νομίζω, οι σύγχρονοι καιροί.

Με ελάχιστα λόγια διατρέχω τα δέκα κείμενα, απανθίζοντας σημεία που υποστηρίζουν την άποψη αυτή.

Η κυρία Δέσποινα Σιμάκη έχει γράψει δύο ιστορίες. Της πρώτης ο τίτλος είναι: «Ο Φώτης, το κλωνί και το γαλάζιο φίδι». Περιορίζομαι να πω, ότι το φίδι είναι προσφιλές στο λαϊκό παραμύθι, τόσο στους μύθους ζώων όσο και στα μαγικά παραμύθια. Κρατώντας την παλαιότερη λαλιά, η κυρία Σιμάκη δίνει ένα βαθύτερο νόημα στο διάλογο παιδιά και φίδια, παραπέμποντας πιο πολύ στον τρόπο ζωής και σκέψης των παλαιότερων κατοίκων του νησιού, στην τότε πολιτισμική ατμόσφαιρα, που γέννησε τις παραμυθάδες και τους παραμυθάδες.

Κάτι ανάλογο κάνει και στη δεύτερη ιστορία: « Ο κυρ- Αντώνης στ’ απέσω περιβόλι», ενισχύει την άποψή μου ότι πρόκειται για ένα νέο είδος μυθιστορίας, όπου αντικατοπτρίζεται η ίδια η ζωή μιας κοινότητας, που πατάει και στο κατώφλι μιας εξελισσόμενης πραγματικότητας, όπου αρχίζει ο νεωτερισμός ν’ αγγίζει τα παραδοσιακά σχήματα. Αξίζει να σταθεί κανείς και σε δύο θέματα: στο θάνατο του Κότσου (το γάιδαρο του κυρ-Αντώνη) και στη συζήτηση των παιδιών κυρίως (μικρότερων και μεγαλύτερων) για τα «ούφο».

Η μεταθανάτια ζωή, ας το πω έτσι, του αγαπημένου γαιδάρου του κυρ-Αντώνη είναι και μια αφορμή να φανεί ένα προφανές άλλωστε αφηγηματικό ταλέντο. Είναι ένα Requism στην επί θύραις εξαφάνιση του γένους αυτών των αγίων τετράποδων από την ιστορία. Συγχρόνως στήνεται και το μνημείο του ταπεινού αυτού ζώου, που συμβόλιζε την ασύγκριτη , σιωπηλή υπομονή και καρτερία: «Ο Κότσος  -καλή του ώρα εκεί που βρίσκεται-είτονε το πιο σβέλτο γαϊδούρι του νησιού. Επήαινε στη Μεσαριά στο τέταρτο απάνω και σε έξι ώρες επρόκαμνε να πάει στον Άγιο και να γυρίσει κιόλας». Αυτή η εισαγωγική παρουσίαση του Κότσου προετοιμάζει ένα τέλος της αφήγησης υπέροχα τραγικό. (Σε παρένθεση θέλω να πω, ότι πολλά αλλόκοτα πράγματα μηχανεύεται η γλώσσα των ανθρώπων: αυτού του  πλάσματος το όνομα, γαϊδούρι, πήρε χωρίς καμίαν ευλάβεια και το χρησιμοποίησε, άσκεφτα και επιπόλαια, εννοώντας μεταφορικά τον αγενή και αδιάντροπον άνθρωπο).

Το άλλο θέμα, όπως είπα, είναι οι συζητήσεις για τα «ούφο». Όσοι παλαιοί υπήρχαν (ή και υπάρχουν) ερμήνευαν το φαινόμενο μα τα παραδοσιακά κριτήρια της πίστης. Π.χ. στην Αιτωλία πίστευαν ότι «η ψυχή παρουσιάζεται πολλές φορές σα μύγα και την βλέπουν μόνον οι καθαροί. Αυτή η μύγα είναι άσπρη, σαν τη μελισσούλα». Έτσι και κάποιοι μεγάλοι Ικαριώτες, μάλιστα κατά την απόφανση ενός μικρού που διάβαζε κάτι παράξενα περιοδικά που του έστελνε ο θείος του από την Αθήνα, τα ούφο, έρχονται τελευταία και στην Ελλάδα, «αλλά ε μπόρουνε να τα δούνε ούλοι». Πάνε μόνο και παρουσιάζονται σε παράξενους ανθρώπους «οι ακαθαροί» έγιναν τώρα «παράξενοι». Ο άλλοτε ενδογενής λαϊκός ιδεαλισμός αρχίζει τώρα να κλονίζεται.

Ο κύριος Ηλίας Γιαννίρης προφανώς γνωρίζει (είδα και τις άλλες συναφείς δραστηριότητές του) ότι το λαϊκό –πάντα-παραμύθι είναι διήγηση, που η ουσία της έγκειται στα σύμβολα της. Δεν ενδιαφέρεται το παραμύθι για εκτενείς περιγραφές, είναι λιτό και συνήθως σύντομο, ενδιαφέρεται κατεξοχήν να επεξεργαστεί την υποβολή των σημασιών του ή των συμβόλων του.

Το παραμύθι του κύριου Γιαννίρη δεν προέρχεται από το παραδοσιακό θεματολόγιο. Αλλά το κύριο είναι ότι το παραμύθι του χτίζεται πάνω σ’ ένα σύμβολό, αυτό που δηλώνεται στον τίτλο: «Η γραμμή».

Τα σύμβολα συχνά χαρακτηρίζονται για την πολυσημία τους. Το να βρει κάποιος τι συμβολίζει αυτή η Γραμμή ίσως δεν είναι εύκολο (σε διήγηση της κυρίας Καλαλή  βλέπω πως «γραμμή» ονομάζεται μια τοποθεσία). Μια σκέψη κάνω, πως η ευθεία γραμμή (η «ίσαλος γραμμή» μνημονεύεται εδώ, αλλά και ζωγραφίζεται, γιατί ο λόγος  είναι για την Ικαρία, τα ταξίδια των κατοίκων έξω από αυτή γίνονται εξ ανάγκης μόνο με τα καράβια), η άνω, λοιπόν , τη σκέψη ότι η γραμμή αυτή συμβολίζει την εξέλιξη. Η γραμμή έφτασε ως την Αμερική. Άλλοι λένε κι άλλα, για την πολλές φορές κρυπτόμενη γραμμή, ενώ και ο ίδιος ο αφηγητής (ο κύριος Γιαννίρης) δεν καλοξέρει τι να πει. Χαρακτηριστική είναι και η φράση, με την οποία κλείνει η ιστορία: «Δεν ξέρω κι εγώ τι απόγινε. Τι να πω;»! Ίσως μέσα στις λίγες αυτές λέξεις κρύβεται κι ένα δίλημμα: η εξέλιξη σε ευθεία γραμμή και η συνεπαγόμενη πρόοδος είναι για το καλύτερο ή για το χειρότερο των ανθρώπων.

Η δεύτερη διήγηση του κύριου Γιαννίρη δίνει επίσης, με αριστοτεχνικό τρόπο, μια παραλλαγή ενός συμβολικού μύθου(εύληπτου αυτή τη φορά ) για ένα θέμα, που το χειρίστηκε ήδη ο παραμυθάς του θρύλου Αίσωπος. Μεταφέρω έναν αισώπειο μύθο, μεταφρασμένο από τον Ανδρόνικο Νούκιο το 16ο αιώνα: «Το λιοντάρι εκοιμόταν  και εις ποντικός εδιάβη από πάνω του, το δε λιοντάρι εξαφανίστη, και η αλεπού εγέλα. Και το λεοντάρι είπε: «Δεν κάμνει χρεία να καταφρονούμεν δε τον ποντικόν».

«Ο μύθος δηλοί ότι ουδέ τα μικρά δεν πρέπει να καταφρονούμεν».

Η κυρία Φρόσω Χωριάτη με «Τα δώρα της ζωής» έδωσε επίσης, θα έλεγα, και αυτή μιαν όμορφη δική της παραλλαγή της αρχαίας παράδοσης για τις τρεις Μοίρες, που έφτασε ως τα νεότερα χρόνια. Κι όταν, σχετικά πρόσφατα, έφυγαν από την περιοχή του Μύθου, μετουσιώθηκαν και οι τρεις μαζί σε μια, στην πεπρωμένη Μοίρα, στην οποία πολλοί δεν είχαν ακόμα πάψει να πιστεύουν. Όμως η νέα, ικαριώτικη παραλλαγή της κυρίας Χωριάτη είναι μόνο χαρούμενη, εμπνευσμένη από τις φυσικές ομορφιές του νησιού της και τους κατοίκους του, που τους κινεί και τους συγκινεί πάντα η μουσική (προπάντων οι αήζωες μαντινάδες τους) και ο χορός, με πρωταγωνιστή τον ικαριώτικο.

Ευρηματική είναι η ιδέα του «κατεβάσματος» των Μοιρών από τον ουρανό, με πολύχρωμο ουράνιο τόξο την «Κυρασολένη», που εύστοχα έγινε και ο τίτλος της όλης της συλλογής.

Στη γραφίδα της κυρίας Χωριάτη οφείλεται και το «Όνειρο της Ρηνιώς». Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της ιστορίας αυτής προσωπικά βλέπω στο γεγονός, ότι η κυρία Χωριάτη, σε μέρες όπου οι κομπάζοντες για τις μοντέρνες ιδέες τους διατείνονται, ότι πρέπει να λογικευθεί ο κόσμος, παύοντας να πιστεύει στα θαύματα, σαν να έχει η (δοκιμασμένοι αιώνες και αιώνες) λογική των ανθρώπων το «θαυμαστό» δικό της τρόπο να φέρει και να εμπεδώσει κοινωνική δικαιοσύνη. Αδυνατεί η κενή υπεροψία των παντός είδους ορθολογιστών να ευνοήσει, ένα υπαρκτό θαύμα της ουσιώδους φιλανθρωπίας που εκφράζει ένα μεγάλο μέρος του λαού μας και το εκδηλώνει έμπρακτα τελευταία.

Ο ανόητος δάσκαλος, που ξυλοκοπεί ένα ευαίσθητο πλάσμα, το οποίο θέλει να επιτύχει, με αξιολάτρευτη προσπάθεια, το δικαίωμα μιας δικής του ζωής, ίσως είναι κι ένα ωραίο σύμβολο του τόσο διαδεδομένου δυστυχώς δοξασμού της μονοδιάστατης, ξερής λογικής και γνώσης. Τέτοια μηνύματα μακάρι να περνούσαν στις σύγχρονες παραμυθο-ιστορίες.

Η κυρία Παριάρου λέει- και λέει την αλήθεια- πως «ο Ίκαρος ζει». Μολονότι μύθος, παραμένει ζωντανός. Η Ελληνική μυθολογία, φημισμένη ανά τους αιώνες, – ‘όπως και άλλων λαών με μακρά παράδοση,-έχει καταγραφεί και μελετηθεί σε ανεξάντλητον αριθμό επιστημονικών και εγκυκλοπαιδικών έργων και λεξικών, όπου τη συναντούν ειδικοί και μη ειδικοί φιλαναγνώστες. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, οι Μυθολογίες έχουν γίνει βιβλία πλαισιωμένα ωστόσο από τα υλικά, αρχιτεκτονικά κυρίως, μνημεία, που μιλούν με τη δική τους γλώσσα. Την εντυπωσιακήν εξαίρεση του Ίκαρου τονίζει, αφηγηματικά, η κυρία Παριάρου ο οποίος απεβίωσε, ακριβώς, στην τοπική (και όχι μόνο) προφορική παράδοση και στην προφορική ιστορία.

Στη δεύτερη ιστορία της η κυρία Παριάρου δίνει ένα αυτοσχέδιο παραμύθι. Δεν προσομοιάζει σε κάποιον παραμυθιακό τύπο, αλλά χρησιμοποιεί παραδεδομένα γνωρίσματα του παραμυθιού εν γένει, όπως: ανιμισμό των πάντων: θάλασσας, χρόνου γης κ.α., ή την είσοδο του προσώπου που αφηγείται μέσα στη δράση του παραμυθιού, ιδίως σε κατακλείδες. Μιλάει για ένα βασιλιά πανέμορφο, που έχει κάνει το βασίλειο του ξακουστό σε όλο τον κόσμο, ώσπου καυχήθηκε ότι δεν φοβάται το Χρόνο, που όλα τα καταλύει. Ο χρόνος θύμωσε, σε μια στιγμή του τα πήρε όλα. Έχασε με το χαμό των πάντων και τον ύπνο του. Βρέθηκε «στην ακτή ενός μικρού αιγαιοπελαγίτικου νησιού, το μόνο που ο Χρόνος είχα αφήσει ανέγγιχτο, από το φόβο του, μήπως η νύμφη Φυλλομένη που βρισκόταν εκεί συνάντησε θα τον κοίμιζε μαγικά. Η Φυλλομένη συνάντησε το βασιλιά. Τα λόγια της ήταν μύθοι και «νότες» που έκαναν ευτυχισμένον όποιον την άκουγε. Πήρε το βασιλιά, τον έφερε στο σπίτι της, που ήταν μια βελανιδιά, άρχισε να του λέει παραμύθια γλυκά, που του έφερναν για πρώτη φορά ξανά έναν ήσυχον, ωραίων ύπνο (οι αρχαίοι έλεγαν τα παραμύθια «ύπνου φάρμακα»). Ο φόβος του Χρόνου πως θα τον κοιμίσουν τα παραμύθια της Φυλλομένης έχει και τη συμβολική προέκταση τους τα παραμύθια δεν τα κατέλυσε ο Χρόνος.

Η αφηγήτρια, όπως είπα μπαίνει στο τέλος και η ίδια στην αφήγηση: «Όταν ο δρόμος είναι άδειος, σταματώ στο υπέροχο αυτό δέντρο (….), ακουμπώ την ήρεμη κεφάλι μου στον κορμό του (….), ακούω την ήρεμη ανάσα του βασιλιά , που αποκοιμιέται ευτυχισμένος  αν είμαι πολύ τυχερή, ακούω και γω κάποιαν ιστορία της Φυλλομένης και μετά τρέχω γεμάτη χαρά να τη γράφω…».

Η κυρία Άννα Καλαλή είναι ήδη μνημένη στο λαϊκό παραμύθι (έχει εκδώσει το «Μισοκωλάκι» με το βαθύτερον, όπως νομίζω, συμβολισμό του).

Έχοντας κι αυτή κρατήσει την τοπική γλώσσα της παράδοσης, αφηγείται, με μια σειρά αλληλένδετων μαγικών επεισοδίων και «χτίζει» το «Σπιτο-κάθισμα του φοβογιώργη», σε μια πραγματική παραμυθο-ιστορία, με σφιχτά ενωμένα τα δύο αυτά ήμιση, παραμύθι και πραγματική Ιστορία (στον καιρό των άγριων «μαύρων» κουρσάρων, που «ανέβαινανε σαν τους καρκάντζαρους αφ’ τις ρεματιές κι οι γυναίκες ανεφρακωμένες ούρλιαζαν κι εκρύβουνταν ούλοι στα χωστοκέλλια των να περάσει το κακό». Μας δίνεται ένα σύγχρονο (όχι μοντέρνο) υποδειγματικό παραμύθι.

Διαβάζω τη σεμνή υποσημείωση της, η οποία κοσμεί και το αναμφισβήτητο αφηγηματικό ταλέντο της. Γράφει: «Ορολογίες, τοπωνύμια και ιδιωματικές εκφράσεις αντλήθηκαν από τα βιβλία της Δήμητρας Σκάβδη και του Γιώργου Κόκκινου. Το παραμύθι λοιπόν αφιερώνεται σ’ αυτούς τους δύο ανθρώπους που μου πρόσφεραν την έμπνευση για να πλάσω ετούτη την ιστορία, αλλά και- κυρίως αυτή- την αγάπη για να τη γράψω».

Το ωραίο βιβλίο κλείνει με τη δεύτερη ιστορία της κυρίας Καλαλή, «Η δημογεροντέ μας μες στ’ όνειρο της πέτρας», ένα λυρικό κιόλας ιστόρημα για την πολύπλάγητη ζωή της μικρής όπως άλλωστε και της μεγάλης πατρίδας όλων μας, μια ποιητική συμπερίληψη των σταδίων της, όπου εξαίρεται όχι μόνο το σημείο της υπομονής , όπως το είπε η λαϊκή μεταφορά: «πέτρα της υπομονής» (άρεσε στο Γιώργο Σεφέρη, που το πήρε και το ‘βαλε στην ποίηση του («στην πέτρα της υπομονής είχαμε καθίσει»), αλλά και της αδάμαστης και σκληρής αντοχής, αγωνιστικότερα.

Επίτιμος Καθηγητής

Μιχάλης Μερακλής”.

Info
εκδόσεις Νότιος ΆνεμοςISBN978-960-9511-83-4
σχεδιασμός έκδοσης Μυρτώ Μήλιου
φωτογραφίες: Άννα Καλαλή, Κώστας Ζ. Φουντούλης
εικονογράφηση: Άννα Καλαλή
http://kirasoleni.blogspot.com

Σχετική είδηση: Επιτυχής η βιβλιοπαρουσίαση της ΚΥΡΑΣΟΛΕΝΗΣ στην Αθήνα

Περισσότερα Εδω

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο