«Άθελά μας»: γράφει η Ελένη Μπουκαούρη

by admin
2 views
ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Άθελα μας

Ένα μυθιστόρημα, που χρειάστηκε πολλή θέληση από πλευράς μου για να το τελειώσω, χρειάστηκε να εμβαθύνω και να ερευνήσω για να ολοκληρωθεί η συγγραφή του.

Ξεκίνησα να γράφω μια ιστορία, που εκτυλίσσεται στην τραυματισμένη από την κρίση Αθήνα. Στην κατακερματισμένη πόλη, έξι χαρακτήρες, τρεις άντρες και τρεις γυναίκες, διασταυρώνονται, συναντιούνται, σμίγουν και χωρίζουν, κυρίως όμως, αναμετριούνται και αυτοί με τη γλώσσα και τη συγγραφή, άλλοτε δημιουργικά και θεραπευτικά, άλλοτε οδυνηρά και άγονα. Το μυθιστόρημά μου, λοιπόν, περιέχει ασφαλώς την ιστορία τους, αλλά και τις ιστορίες που γράφουν οι ίδιοι, υιοθετώντας ο καθένας ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος και ύφος.

Αυτή ήταν η πρώτη ιδέα και γραφή, όμως όταν την ολοκλήρωσα, έμεινα κάπως αμήχανη, συνειδητοποιώντας ότι έλειπε το ιστορικό βάθος από το βιβλίο. Το αστικό φρέσκο, η τοιχογραφία της πόλης δεν μου αρκούσαν. Από τη στιγμή που κατονομάστηκε η έλλειψη, με το θαυματουργό άγγιγμα της τύχης και την πολύτιμη βοήθεια ενός φίλου καθηγητή στο Στρασβούργο, το πρόβλημα λύθηκε. Ψάχνοντας στο διαδίκτυο, έπεσα τυχαία σε ένα άρθρο με τη συνέντευξη ενός γηραιού Αλσατού, ο οποίος είχε επιστρατευθεί βίαια από τους ναζί στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για να πολεμήσει στη Βέρμαχτ, καθώς η Αλσατία ήταν τότε προσαρτημένη στο Ράιχ. Ήταν ένας από τους Malgré nous, των οποίων η τραυματική ιστορία συγκινεί και αναστατώνει ακόμη και σήμερα τους Γάλλους. Επιστρατεύτηκαν πολλοί, από όλες τις κοινωνικές τάξεις, επιστρατεύτηκαν και γυναίκες σε εργασίες βοηθητικές  ̶  για όλους η επιστροφή ήταν δύσκολη, οι περισσότεροι προπηλακίστηκαν, απομονώθηκαν, καθυβρίστηκαν ως συνεργάτες, βρωμοναζί, φρίτσηδες. Συγκινητικά ήταν τα μηνύματα Αλσατών φίλων και συμφοιτητών μου που περιέγραψαν την οδυνηρή επιστροφή των πατεράδων τους μετά τη βίαιη επιστράτευσή τους, αλλά και οι ιστορίες των παιδιών που τιμωρήθηκαν στο σχολείο όταν μιλούσαν αλσατικά.

Η Αλσατία και η Λορένη άλλαξαν πολλές φορές «χέρια», ήδη από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, άλλαζαν λοιπόν εθνική ταυτότητα, άλλαζαν και τη γλώσσα τους. Γάλλοι ή Γερμανοί, γαλλικά ή γερμανικά, αλλά και αλσατικά, μία γλώσσα-διάλεκτος, που ουδέποτε έγινε επισήμως αποδεκτή, αντιθέτως, πατάχθηκε βίαια και στα σχολεία και στο Δημόσιο. Περιοχές που έζησαν σε γλωσσικό και εθνικό μεταίχμιο ταυτότητας, ενώ με τον καιρό, αποκαλύφθηκε μέσα από μαρτυρίες επιζώντων και ιστορικά ντοκουμέντα πως η αντίσταση στους ναζί δεν εκφράστηκε μαζικά και δυναμικά, τη εξαιρέσει σποραδικών φοιτητικών αντιδράσεων. Ίσως επειδή οι Γερμανοί κατακτητές μοίρασαν χρήμα, επιδόματα και δουλειές, αναμόρφωσαν πόλεις σπουδαίες, όπως το Στρασβούργο, όπου έφτιαξαν το αποχετευτικό σύστημα, αλλά και δρόμους, λουτρά, την Όπερα του Ρήνου…

Με βασάνισε η μετάφραση του Malgré nous, ταλαντεύτηκα μεταξύ του «Παρά την θέλησή μας», ιστορικά περισσότερο ακριβές καθώς ενέχει το στοιχείο της βίας, ενώ το «Άθελά μας» μοιάζει πιο απολογητικό, σαν να ζητάει συγνώμη κατά κάποιον τρόπο, κι έτσι το προτίμησα καθώς αντιστοιχεί περισσότερο στην πραγματικότητα των ηρώων του βιβλίου, οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν αφεθεί να τους παρασύρει η ζωή, χωρίς σταθερές επιλογές ή/και επιθυμίες.

Το θέμα της γλώσσας ήταν και πάντα είναι κυρίαρχη βάσανος στα κείμενά μου. Το ίδιο και η γραφή.

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο (Σελ. 120)

Ξένες γλώσσες

Άρχισα να μαθαίνω γαλλικά πριν ακόμη πάω σχολείο. Έτσι κι αλλιώς, ο πατέρας μου θεωρούσε τις ξένες γλώσσες απαραίτητες για την εκπαίδευσή μου. Όταν ήμαστε παιδιά παίζαμε στην πλατεία και ξεκλειδώναμε τους κώδικες του γαλλικού αλφαβήτου, συνοδεία πάντοτε της Μαντάμ. Επανειλημμένως είχα προσπαθήσει να μάθω να γράφω με το αριστερό χέρι, γιατί φοβόμουν μήπως κάτι πάθει το δεξί και μείνω «άγραφη», αλλά δεν τα κατάφερνα. Η Μαντάμ (…) με παρηγορούσε, «σιγά-σιγά μαθαίνουμε − και τη γλώσσα και τη ζωή», (…) κάπως έτσι, σαν να ταυτίστηκαν μέσα μου η ζωή με τη γλώσσα, ένα αξίωμα το οποίο φρόντισα να αβγατίσω και να εμπλουτίσω με τη χρήση του πληθυντικού, συνδυάζοντας την κάθε ζωή μου με μιαν άλλη, διαφορετική γλώσσα. (…) Μια μέρα η Μαντάμ μάς κάλεσε σπίτι της (…) Υπήρχε μόνο μία κρεβατοκάμαρα, με κάμποσα κρεβάτια, όμως το πιο εντυπωσιακό ήταν ότι τα μαξιλάρια βρίσκονταν και στο πάνω και στο κάτω μέρος του κάθε κρεβατιού. Δηλαδή κοιμούνταν ανά δύο, κεφάλι-πόδια, πόδια-κεφάλι. Ταράχτηκα (…) Πολλά χρόνια μετά, όταν είδα και ξαναείδα τον Ρόκκο και τ’ αδέλφια του, αλλά και πολλά άλλα έργα του ιταλικού νεορεαλισμού, η στάση αυτή στον ύπνο, λόγω πολυκοσμίας στα σπίτια, φτώχειας κι ανεργίας έξω από αυτά, νομιμοποιήθηκε μέσα μου κι ένα καλοκαίρι που βρεθήκαμε μεγάλη παρέα, Έλληνες και ξένοι, σ’ ένα μικρό σπίτι με λίγα κρεβάτια, δεν δίστασα να την προτείνω. Ενώσαμε τα κρεβάτια και: άντρες πάνω-γυναίκες κάτω, γυναίκες πάνω-άντρες κάτω, κεφάλι πάνω-πόδια κάτω, πόδια πάνω-κεφάλι κάτω. Τότε ήταν που ένιωσα για πρώτη φορά, ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών και στις πατούσες μου, την αβάσταχτη γλύκα και τη βελούδινη υγρασία μιας ξένης γλώσσας!

Όλοι οι χαρακτήρες στο Άθελά μας αναμετριούνται με τη γραφή και τη γλώσσα, άλλοτε δημιουργικά και γόνιμα (Τάκης), άλλοτε αγχωτικά και αδιέξοδα (Άκης). Μία γυναίκα (Ειρήνη) θεραπεύεται από την κατάθλιψή της μέσω της αφήγησης, μια άλλη (Λουΐζα) καταγράφει στο ημερολόγιό της τις εμμονές και επιθυμίες της ενώ διατρέχει την πόλη, τέλος, η τρίτη γυναίκα, η Δέσποινα, ακούει τις ιστορίες τους, κατανοεί και παρηγορεί. Ο γηραιός Αλσατός Φιλίπ Μεγέρ, που ζει στην Ελλάδα, παραμιλάει σε σπασμένη γλώσσα, ή μάλλον γλώσσες, ανασύρει από τη μνήμη του οδυνηρά γεγονότα του Πολέμου, αυτά που δεν θέλει να θυμάται, αλλά ποιος γλίτωσε ποτέ από τους δαίμονές του; Στο φόντο, ένας νεαρός, αγγελόμορφος και αγγελοκρουσμένος, περιφέρεται στις πλατείες της Αθήνας, αντηχώντας με το παραλήρημά του τις αγωνίες και τις αναζητήσεις της απελπισμένης αστικής συλλογικότητας. Άστεγοι, μικροπωλητές, άνεργοι καφενόβιοι, καταληψίες και εξεγερμένοι, γνωστοί-άγνωστοι που σπάνε και καίνε στην Πατησίων, ακροδεξιοί που βιαιοπραγούν στον Άγιο Παντελεήμονα, πρόσφυγες εγκαταλειμμένοι στην πλατεία Βικτωρίας, συνθέτουν το καθημερινό σκηνικό βίας και αποξένωσης στη θρυμματισμένη πόλη.

Το ιστορικό θέμα είναι ένας φόρος τιμής στην πόλη που έζησα, σπούδασα και αγάπησα πολύ, το Στρασβούργο, σε έναν τόπο που εφόσον αγαπάς, οφείλεις και να γνωρίσεις εις βάθος. Το μυθιστόρημα έχει εννέα κεφάλαια και εμβόλιμες ιστορίες που γράφουν ή διαβάζουν ή ακούν οι χαρακτήρες. Καθώς το σκηνικό στην πόλη θρυμματίζεται, το ίδιο συμβαίνει και με τις ζωές των ηρώων, αλλά και με τη γλώσσα, το ύφος της γραφής, που γίνεται όλο και πιο αλλόκοτο, σχεδόν παραληρηματικό. Η ιστορία εξελίσσεται σε διάστημα ενάμιση χρόνου και τελειώνει την μεγαλύτερη νύχτα του Δεκέμβρη, λίγο πριν την Πρωτοχρονιά.

Και το τέλος τρυφερεύει την ψυχή, είναι το βάλσαμο που θεραπεύει με το ανθρώπινο χάδι τα δεινά των ανθρώπων και της πόλης…

Ελένη Μπουκαούρη

Το μυθιστόρημα της Ελένης Μπουκαούρη Άθελά μας κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια (σελ.: 232, τιμή: €12,00). Η φωτογραφία στο εξώφυλλο ανήκει στη συγγραφέα.

Η Ελένη Μπουκαούρη γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Γαλλική Λογοτεχνία, Γλωσσολογία και Ιστορία, στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος στον τομέα των Διεθνών Ειδήσεων. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη, μία συλλογή διηγημάτων, με τίτλο Οχτωμισάρια, στις Εκδόσεις Κέδρος κι ένα μυθιστόρημα με τίτλο Άθελά μας, στις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

Μοιράσου το άρθρο:

Περισσότερα Εδω

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο